Τεύχος 25

«Η προσοχή σας αποσπάται κάθε λίγο από κάποιον όμορφο στίχο ή κάποιο σονέτο, λόγω αυτού που λένε. Ας είναι. Για μένα όλα τα σονέτα λένε το ίδιο αδιάφορο πράγμα. Τι σημασία έχει τι “λέει” ο στίχος; Δεν υπάρχει ποίηση περιωπής χωρίς επινόηση μορφής, διότι είναι μέσω της οικείας μορφής, που η εξέχουσα –τόσο όμοια με της μηχανής– διάνοια του έργου τέχνης επιτυγχάνει να δώσει στην γλώσσα την ύψιστη λαμπρότητα, καταυγάζοντας το εγγενές περιβάλλον της. Ένας τέτοιος πόλεμος, μέσω του οποίου ζουν και ανασαίνουν οι τέχνες, είναι αδιάκοπος», γράφει ο Ουίλιαμς Κάρλος Ουίλιαμς το 1944, επιμένοντας ότι η ποίηση είναι κατασκευή και μετέχει σε έναν διαρκή πόλεμο, άλλον και μαζί ίδιο με αυτόν στον οποίο μετείχαν τότε οι Αμερικανοί στρατιώτες.

Επινόηση μορφής λοιπόν και ύψιστη λαμπρότητα της γλώσσας, ιδού το πολεμικό πεδίο της ποίησης, όπου «η γραφή είναι κι αυτή μια επίθεση», όπως λέει στο «Πάτερσον», κι ο ποιητής πρέπει να βρει τον τρόπο να την εξουδετερώσει, ει δυνατόν στη ρίζα της. Αλλά για να γράψει κανείς, το πιο σημαντικό, είναι να ζει, συνεχίζει.

«Οι ποιητές, ακόμα και οι πιο πνευματικοί, πρέπει ν’ ανήκουνε στον κόσμο», λέει ο Χέλντερλιν, που τον παραθέτει, εις επίρρωσιν των θέσεών του για την ευθύνη του ποιητή απέναντι και μέσα στην Ιστορία ο Σταμάτης Πολενάκης στη συνέντευξή του στον Κώστα Παπαγεωργίου^ κι η ποίηση η ίδια «ένα σημείο, ένας δρόμος ενδιάμεσος που παρεμβάλλεται ανάμεσα σ’ εμάς και στην Ιστορία». Αυτή η ίδια Ιστορία που με συγκεκριμένο τρόπο, αλλά πάντα πολύ ασαφή και γενικό, ως τη στιγμή που υλοποιείται σε ενικό πνεύμα και λαμβάνει ενική μορφή, αυτή της ποίησης ενός ποιητή και μιας ποιήτριας, καθορίζει τον κόσμο των ανθρώπων όπου ζει ο ποιητής και υφίσταται την επίθεση της ποίησης, μέσα στον πόλεμο των τεχνών, χάρη στον οποίο πόλεμο οι τέχνες ανασαίνουν και ζουν.

Σ’ αυτόν τον πόλεμο, οι νεότεροι, φαίνεται, λαμβάνουν ασμένως μέρος, αντλώντας από τις εχθροπραξίες του έμπνευση και φέρνοντας μέσα από αυτές τον λόγο τους σε μια άλλη μορφή επικαιρότητας, που κατεργάζεται και επινοεί ξανά και ξανά μορφές και σχήματα. Αυτό και μόνο είναι σίγουρα ένα νέο χαρακτηριστικό των νέων ποιητών και ποιητριών, που γράφουν εντέλει ερήμην της κριτικής και των επαγγελματιών της λογοτεχνίας, όπως γινόταν πάντα και πάντα θα γίνεται. Προς τι τότε ένα άρθρο για την ποίηση αυτή, τη νεότερη, του καινούργιου αιώνα – και μάλιστα όχι ένα, αλλά τουλάχιστον δύο, αφού στο επόμενο τεύχος ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, στο κείμενό του “Η κρίση της ποίησης και η μελαγχολία της αριστεράς”, διαβάζει με τον δικό του τρόπο το φαινόμενο και έπεται συνέχεια; Πράγματι, όπως συχνά το λέμε και επιμένουμε, σημασία έχουν τα ποιήματα καθαυτά, ούτε καν, η ποίηση καθαυτή, αλλά καθώς αυτή γεννιέται και αρθρώνεται μες στον κόσμο των ανθρώπων, μέσα σ’ αυτόν, στην κοινωνία του δεν θα την εντάξουμε για να την κατανοήσουμε καλύτερα; Όπως την καταλαβαίνει ο καθένας από μας, όπως καταλαβαίνει ο κάθε ποιητής τη δημιουργία και τον εαυτό του. Ο Λαπαθιώτης αυτοσαρκάζεται μας θυμίζει ο Θεόδωρος Βάσσης: Πόσο βαθύ κι ασήμαντο, συνάμα, /της Ζωής σου και της Τέχνης σου το δράμα, /[…] Μήτε κι αληθινά που ξέρω πράμα /πιο θλιβερό, απ’ του Πόνου σου το δράμα. Ο Λουί Αραγκόν στη συλλογή Les Adieux που δημοσίευσε έναν μόλις χρόνο πριν από τον θάνατό του, το 1981, μιλάει σε ένα ποίημά του, μεταφρασμένο εδώ από τον Στέργιο Μήτα, για τον έρωτα και την ποίηση, όπως γίνονται και τα δυο μνήμη, μέσα από ένα παιχνίδι αναπαραστάσεων μέσα στην αναπαράσταση. Μια συνάντηση με τον Απολλιναίρ κι ένας Πικάσο στον τοίχο, ένα αγκάλιασμα. Όμως αυτά δεν λένε τίποτα για το ποιητή και για το ποίημα, μόνο οι στίχοι του, κι αυτοί για τη ζωή, αυτονοήτως: «Είχα ένα θαμπό, μικρό γενάκι και τα είκοσι χρόνια μου, που άφηναν πάνω σε καθετί ένα γλυκό θρόισμα φτερών. Το πόδι του ήλιου, πιασμένο στα παντζούρια. Μέσα μου η γάτα των στίχων σκοτεινά γουργουρίζει. Σκεφτόμουνα, Γκιγιώμ, είναι ώρα να πηγαίνεις. Μου έλεγε, τι μου έλεγε, μέχρι που με οδήγησε, σαν να απολογείται: “Όλοι οι Πικάσο βρίσκονται στο υπόγειο, εκτός από –”, το χέρι δείχνει στον τοίχο, πέρα στο δωμάτιο, στη γωνία, όπου συντελείται ο έρωτας. Και όλα τα υπόλοιπα: φιλί, ω αιώνιο φιλί, νύχτα και ημέρα, νύχτα και ημέρα, παύση διαρκείας του ρολογιού, τα χείλια με τα χείλια και η διπλή αναπνοή, και η ζωή –εκεί– κάτω. Αληθινό το κρεβάτι. Και ακόμη πιο αληθινή η στιγμή, καρφιτσωμένη στη στέγη. Όλα είναι ένα σχήμα πλεονασμού: στη διάρκεια, στο αγκάλιασμα. Η ζωή απέραντη και ολίγιστη, πάντα, ένα σινεμά, από όπου μια μικρή πιανιστική μελωδία μας δίνει συγχώρεση για τα λόγια που σωπαίνουμε».

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: