Τεύχος 10

Όταν ο Λουί Αραγκόν το 1939 διαπίστωσε ότι οι δυνατότητες έκφρασης στενεύουν, ότι σφραγίζονται οι δίαυλοι επικοινωνίας, ότι απαγορεύεται ο λόγος, αποφάσισε να μιλήσει συμβολικά μεν, με την παραδοσιακή μετρική δε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ποιήματά του έχουν τόσο μελοποιηθεί. Η στιχουργική του συνέβαλε κατά πολύ στην προτίμηση αυτή των τραγουδοποιών αλλά και του κοινού. Το τι έλεγε ο Αραγκόν με ρίμα ή χωρίς είναι γνωστό: με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο έκανε πράξη την επανάσταση, όπως αυτός την αντιλαμβανόταν, στην καθημερινή ζωή.
Στην περί ποίησης συζήτηση σήμερα τίθεται με έμφαση από ορισμένους ποιητές, όπως ο Κώστας Κουτσουρέλης, το ζήτημα της παραδοσιακής φόρμας, ως μοναδικής ικανής να αποδεχτεί μια ποίηση εκφερόμενη στο δημόσιο χώρο, απευθυνόμενη στο ευρύ κοινό. Στο πλαίσιο της συλλογιστικής του, επανέρχεται διαρκώς στην κριτική του στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, και δη των νεοτέρων, ως εγωκεντρική και ιδιωτεύουσα, ως μη πολιτική και ομφαλοσκοπική. Πιο συγκεκριμένα, μιλά για ντιλεταντισμό των νέων ποιητών (βλ. το σχετικό άρθρο του στην Καθημερινή, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπι», 9.12.12), υποστηρίζοντας με θέρμη την αναβίωση των παραδοσιακών μορφών (βλ. ιστολόγιο Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό και αλλού). Θέτει δε αφενός το ζήτημα της τεχνικής και της φόρμας και αφετέρου το ζήτημα της λογιοσύνης σε συνδυασμό με τη βούληση απεύθυνσης στο ευρύ κοινό (ένα θέμα που έθεσε τελικά σε σχέση με ολόκληρη τη σύγχρονη ποίηση πρόσφατα και στο οποίο θα επανέλθουμε).
Δύο ζητήματα λοιπόν: πρώτον, η ποιότητα της ποίησης των νεοτέρων – όπως κι αν αυτοί ορίζονται, γιατί πολλοί «νέοι» πλησιάζουν πια τα σαράντα και τις πέντε συλλογές. Πρέπει λοιπόν να οριστεί λίγο καλύτερα ποιοι είναι οι νέοι αυτοί και μετά να συζητήσουμε για την ποιότητα της ποίησής τους. Ίσως μάλιστα να έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε πώς η ιδεολογία, όπως ωραία το θέτει ένας ποιητής έντονα ιδεολογικός, για πολλούς είναι κακή όταν είναι διαφορετική από τη δική τους και τότε συνδέεται άμεσα και με την αισθητική. Δεύτερον, κατά πόσο η φόρμα, που προφανώς είναι ένα με το περιεχόμενο, σχετίζεται τελικά με την ανάγκη της δημόσιας και πολιτικής απεύθυνσης του ποιητή σήμερα. Συνακόλουθα δε τίθεται και ένα ακόμη ερώτημα, τι γίνεται με τον εσωστρεφή ποιητή, τον σκοτεινό ποιητή, αυτόν που θεωρεί ότι «ένα ποίημα πρέπει να είναι η πανωλεθρία της νόησης. Δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο.»; Ας θυμηθούμε εδώ τον Μπρετόν αλλά και τον Ελυάρ όταν το 1929 απαντούσαν στον Βαλερύ και στην άποψή του πως: «Ένα ποίημα πρέπει να είναι μια γιορτή της νόησης. Δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο». Συν το μείζον όλων: η ρίμα δίνει εξ ορισμού προστιθέμενη αξία σε ό,τι λέει ο ποιητής, χωρίς άλλο κριτήριο; Αυτό το τι λέει δεν μας ενδιαφέρει καθόλου; Εν ολίγοις, η ηθική της δημόσιας σφαίρας καταλήγει και σε μια ηθική του ποιητικού λόγου, και, αν ναι, ποια ηθική είναι αυτή η οποία δεν θα οδηγήσει σε στρεβλωτικές απλουστεύσεις ερήμην του αισθητικού κριτηρίου; Και ποια η θέση, η φόρμα και η λειτουργία του λυρισμού σε σχέση με όλα αυτά και ειδικά σε μια περίοδο κρίσης
Στο πολύ ενδιαφέρον αυτό ζήτημα θα επανέλθουμε στο επόμενο τεύχος, το αφιερωμένο στην ποιητική μετάφραση, επί τη ευκαιρία του βραβείου «Άρης Αλεξάνδρου» 2013. Ελπίζουμε ότι η συζήτηση θα συνεχιστεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και στη γιορτή της απονομής του βραβείου, τον Οκτώβριο – και όχι μόνο.

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: