Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (Πέραν της γραφής. Δοκίμια για την Ποίηση)

Στην ύπαιθρο χώρα της γραφής

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Πέραν της γραφής. Δοκίμια για την Ποίηση, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2015

 

Γιάννης Στρούμπας

 

Διανοίγοντας με την πολυσημία της ποικίλα ερμηνευτικά πεδία, η ποιητική γραφή

loukidou

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου

προσκαλεί τον αναγνώστη της όχι μόνο να εντοπίσει τα κέντρα της προσπελάζοντάς την, αλλά και να εξέλθει στην ύπαιθρο χώρα της, οδηγούμενος «πέραν της γραφής». Με διεισδυτική ματιά και συστηματικότητα ανοίγεται «Πέραν της γραφής» και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου στον ομότιτλο τόμο της με 23 ερμηνευτικά δοκίμια, στα οποία πραγματεύεται ποιητικές πτυχές του Θέμελη, της Καρέλλη, του Πεντζίκη, του Σαραντάρη, του Καββαδία, του Ελύτη, του Βαρβιτσιώτη, του Καφταντζή, του Παπαδίτσα, του Αλεξάνδρου, του Βαβούρη, της Κέντρου-Αγαθοπούλου, του Αλεξάκη, της Δημουλά, της Λαμπαδαρίδου-Πόθου, της Καραγιάννη, του Νικηφόρου, της Αγγελάκη-Ρουκ, του Γεωργούση, του Πρατικάκη, του Παπαγεωργίου, του Καρατζόγλου και του Βαρβέρη.

Συγκροτώντας ένα ερμηνευτικό ανθολόγιο με περιεχόμενο ποιητές που εκτιμά, η Λουκίδου προβαίνει σε προσεγγίσεις πολυπρισματικές. Διερευνώντας τα ποιητικά έργα στον οριζόντιο άξονα της έκτασής τους μεγεθύνει ακόμη και δυσδιάκριτα σημεία των οριζόντων τους, ενώ κινείται με την ίδια απαιτητικότητα και στον κάθετο άξονα του ύψους και του βάθους: του ύψους των στοχασμών και της ενόρασης, και του βάθους των συναισθημάτων, όπως συμβαίνει στον Θέμελη. Ακόμη και τη συμπλοκή των αντιθέτων αυτών μέσω της αλληλοδιείσδυσής τους η μελετήτρια την αποδίδει με το πάντρεμά τους στην ποιητική τους διατύπωση: «ποιητής προφητικός και μετατοπιζόμενος, επιχείρησε καταβάσεις υψηλών απαιτήσεων και αναβάσεις ασύγκριτου στοχαστικού βάθους». Σε αντίστοιχα ερμηνευτικά ύψη οδηγείται η Λουκίδου πραγματευόμενη τον Παπαδίτσα, ο οποίος «αισθητοποιεί το πνευματικό και νοηματοδοτεί το αισθησιακό», μεταχειρίζεται ταυτόχρονα τον μύθο και τη φιλοσοφία για να κατανοήσει τη φύση και να διεκδικήσει τη βαθύτερη γνώση των πραγμάτων. Ο εντοπισμός των ποιητικών μοτίβων, όπως εκείνου του φωτός στον Νικηφόρου, επίσης χρωματίζει τις πτυχές των ενδυμάτων του εκάστοτε ποιητικού έργου.

Ίδιον του λόγου της Λουκίδου είναι ότι δεν εμμένει στην αυστηρότητα μιας επιστημονικής έκφανσης, παρά προσιδιάζει ενίοτε στον λογοτεχνικό. Αναφερόμενη στην Καρέλλη, η Λουκίδου μοιάζει να συνθέτει μια μυθιστορηματική βιογραφία, για τη σύνθεση της οποίας επιστρατεύει το προσωπικό στοιχείο, την επαφή της με την ποιήτρια, την αξιολόγηση της επαφής ως ανεπαρκούς, λόγω του «αναχωρητισμού» της ποιήτριας, και την αυτοαξιολόγηση μιας «ελλειμματικής» κι «ελλειπτικής» προσέγγισης, η οποία, ωστόσο, περισσότερο αποκαλύπτει την απαιτητικότητα της ερευνητικής εμβάθυνσης, παρά κάποιο βάσιμο έλλειμμα. Μέσω της ποίησης του Αλεξάνδρου η Λουκίδου συστήνει ιατρικές συνταγές που συνεφέρνουν τα λιπόθυμα όνειρα. Η έκθεση του εσωτερικού κόσμου στην Κέντρου-Αγαθοπούλου παραλληλίζεται με το «ξεφλούδισμα» αυτού. Η απόδοση των ποιητικών χαρακτηριστικών με τρόπο λαγαρό, παρομοιάζει τον Πεντζίκη και τον τρόπο της ποιητικής του γραφής με ένα μικρό παιδί που του επιτράπηκε να γυρίζει ελεύθερο, υπό την προϋπόθεση ότι επιστρέφοντας θα διηγηθεί τα στοιχεία που προπάντων του έκαναν εντύπωση. Η εικόνα του μικρού παιδιού επανέρχεται και στη θεώρηση της Λαμπαδαρίδου-Πόθου, στην οποία χρησιμοποιείται η επίκληση στο παιδί που τραγουδά για να διασκεδάσει τους φόβους του, προκειμένου να επισημανθεί η αινιγματική περιδιάβαση της ποιήτριας σε ομιχλώδη τοπία.

Η διερεύνηση, ως προς το περιεχόμενο, των φιλοσοφικών προθέσεων σε ποιητικά έργα με οντολογικές, γνωσιολογικές ή ηθικές προεκτάσεις, αλλά και η διερεύνηση των γλωσσικών επιλογών, της χρήσης απαρεμφάτων, μετοχών, της αντιστροφής στη σειρά του ζεύγους «επίθετο – ουσιαστικό», συνδέεται με τη λειτουργικότητα της συγκεκριμένης χρήσης, από την απόδοση ύφους μέχρι την έκλυση συναισθήματος. Οι «ιδιάζουσες γλωσσικές ακροβασίες» στη Δημουλά δεν πειραματίζονται μονάχα, αλλά και αιφνιδιάζουν και ανατρέπουν και σαρκάζουν. Ένας ρυθμός φερμένος «απ’ τα έγκατα μιας άλλης σιωπής, εκεί ακριβώς όπου οι λέξεις-μεταλλεύματα ανασύρονται από το λατομείο του λόγου», ορίζει τον βηματισμό στην ποίηση του Παπαγεωργίου. Τα λεκτικά ορυκτά του Βαρβέρη, πάλι, στοιχειοθετούν την αντισυμβατικότητά του.

Με την ένταξη των ποιητών σε ρεύματα και την περιγραφή των χαρακτηριστικών Σχολών, όπως συμβαίνει με τη λεγόμενη Σχολή της Θεσσαλονίκης και τον Πεντζίκη, η Λουκίδου προσφέρει μία ακόμη δυνατότητα αποκωδικοποίησης των ποιητικών έργων. Παρεμφερής είναι και η λειτουργία της διάγνωσης επιρροών, όπως της «μαλλαρμεϊκής πυκνότητας» στον Βαρβιτσιώτη. Στον Βαβούρη διαγιγνώσκονται επιρροές από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη αλλά κι από τη μυθολογία, την αρχαία ελληνική και τη λατινική γραμματεία. Στην Καραγιάννη εύστοχα εντοπίζεται υποβόσκων ο Σαχτούρης.

Η μελέτη της φόρμας δεν απουσιάζει από τις θεωρήσεις της Λουκίδου, όπως τη σχολιάζει χαρακτηριστικά σε ποιητικές συλλογές του Αλεξάκη, στις οποίες οι κανόνες της φόρμας τηρούνται με «θρησκευτική αφοσίωση», σε ποιήματα «μοναδικής ευρηματικότητας και τέλειας μορφής». Η σχετική μελέτη προσλαμβάνει ενισχυμένες διαστάσεις όταν την επιλογή του ποιητή την αντιδιαστέλλει στις «υπονομεύσεις της φόρμας» που επιχείρησαν οι θιασώτες της «λεγόμενης ανανεωμένης παράδοσης». Η γνώση του ποιητικού σκηνικού από τη Λουκίδου καταδεικνύει γιατί μια ποιητική επιλογή μπορεί να έχει αξία, εφόσον δεν υφίσταται αυθύπαρκτη, αλλά συμμετέχει στα ποιητικά δρώμενα και αντιδρά τοποθετούμενη. Και τούτη η τοποθέτηση φανερώνει ακριβώς πως οι ποιητικές επιλογές δεν συνέβησαν απλώς τυχαία, αλλά υπηρέτησαν συγκεκριμένη αισθητική.

Τα στοιχεία της ποιητικής ενισχύονται από τη γνωριμία με τη φυσική παρουσία των ποιητών, την περιγραφή του χαρακτήρα τους, τις συνήθειές τους, τις παραστάσεις τους, τις εξομολογήσεις τους, όπως ισχύει στην προσέγγιση του Ελύτη. Η ποιητική σκιαγράφηση ενός ποιητή επαναλαμβάνεται από τη Λουκίδου στον Καββαδία, όταν διαπιστώνει μέσα του το «υγρό και αλμυρό της πληγής και των δακρύων», αυτό που οδηγεί στη γραφή και βρίσκει στο χαρτί το μέσο απορρόφησης της επώδυνης υγρασίας, κι αυτό που σχηματοποιεί την αντίστιξη της εντέλει ακίνδυνης έξω θάλασσας με την τρικυμιώδη εσωτερική θάλασσα, την ταραγμένη της ανθρώπινης ψυχής.

Οι διαπιστωμένες από τη Λουκίδου επιδιώξεις των ποιητών κάποτε προβάλλονται στο παρόν, ώστε η σύγκριση να καταδείξει το καίριο των ποιητικών επισημάνσεων καθώς και την ικανότητά τους να οσφραίνονται σωστά τα μελλούμενα ήδη από πολύ νωρίς, από δεκαετίες πριν. Η «διαρκής εφημερία» του Καφταντζή δικαιώνεται στο παρόν από τις σύγχρονες εξελίξεις, που σημαδεύουν έναν κόσμο πάσχοντα από τη νόσο «της αδράνειας και του συμβιβασμού»· από μια νόσο, μάλιστα, που τείνει να εξελιχθεί σε επιδημία, κατά τη Λουκίδου.

Η συλλογή μελετημάτων της Λουκίδου διανθίζεται από ολόκληρα ποιήματα ή ποιητικά αποσπάσματα. Η εκτενής παράθεση αυτών δεν επικυρώνει μόνο την ευστάθεια των ερμηνευτικών παρατηρήσεων, αλλά σκιαγραφεί και την αισθητική τάση της Λουκίδου, η οποία, εκτός από μελετήτρια, είναι επίσης ποιήτρια. Γι’ αυτό ίσως και το «Πέραν της γραφής» θα μπορούσε, αποκολλώμενο από τις λέξεις των υπό θεώρηση ποιητών, να υπονοεί ακόμη και την πορεία προς την ποίηση μιας επιπλέον γραφής: όχι εκείνης των εξεταζόμενων ποιητών, όχι εκείνης που μεταχειρίζεται η ερευνήτρια Λουκίδου για τις αναλύσεις της, αλλά εκείνης που διαμορφώνει εντέλει, μέσω των επιρροών που της ασκούνται, η ίδια η ποιήτρια Λουκίδου.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: