Τεύχος 23

Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά αυτό το τεύχος, διαπιστώνει την ιδιαίτερη σχέση του με τη γαλλική ποίηση, προφανή και λιγότερο προφανή. Προφανής: η σχέση του Υβ Μπονφουά, που πέθανε πριν από λίγο καιρό, με τον Γιώργο Σεφέρη, τον οποίο μετέφραζε και ερμήνευε· ποιήματα του πολύ γνωστού κι αγαπημένου στην Ελλάδα Ζακ Πρεβέρ· ποιήματα του Ζαν-Μπατίστ Παρά, εντελώς άγνωστου στα καθ’ ημάς, καθότι νεότερου και παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στην Ανθολογία σύγχρονης γαλλικής ποίησης που εκδόθηκε πριν από 3 χρόνια. Υπόρρητη: δυο ποιητές γαλλοτραφείς, σε δυο διαφορετικές περιόδους της Ιστορίας, μεταφραστές και οι δύο εκ του γαλλικού, ο Κώστας Καρυωτάκης, από τη μια, κι ο Τίτος Πατρίκιος, από την άλλη. Ένα ολόκληρο συνεχές και μια ρήξη: η ελληνική ποίηση ως τη γενιά του ’70 είναι διαποτισμένη από τη γαλλική ποίηση και κουλτούρα εν γένει· λίγο μετά, τα πράγματα αλλάζουν, η γαλλική λογοτεχνία, για λόγους που έχουν να κάνουν και με την ίδια (τα έχει πει ο Τοντορόφ στο Η λογοτεχνία σε κίνδυνο) παύει να είναι κεντρικό σημείο αναφοράς, και όχι μόνο για την Ελλάδα. Το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη παίρνουν τη σκυτάλη από το Παρίσι, μετά από αιώνες συμβολικής κυριαρχίας. Κι αυτό φαίνεται και στην πρόσληψη των γαλλικών γραμμάτων – παρότι, στο επίπεδο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας, η Γαλλία συνεχίζει να αποτελεί σημαίνον κέντρο, λόγω του όγκου αλλά και της ποικιλίας των μεταφράσεών της, σε σχέση με τον αγγλοσαξονικό χώρο.

Οι ορίζοντες προσδοκίας αλλάζουν, όμως, και η γαλλική ποίηση, παλαιότερη και νεότερη, μοιάζει να επανέρχεται στο προσκήνιο, όπως άλλωστε και άλλα κινήματα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, όπως ο φουτουρισμός, τον οποίο εκπροσωπεί στο παρόν τεύχος ο πολύ μεγάλος Βελιμίρ Χλέμπνικοβ. Ρώσικη πρωτοπορία από τη μια· «μετεπαναστατικός λόγος», όπως ο Γιώργος Μαρκόπουλος, μιλώντας για την ποίηση του Τίτου Πατρίκιου, ονομάζει την ποίηση της α΄ μεταπολεμικής γενιάς –τι παρωχημένο εργαλείο πια η γενιά και πόσο βολικό στην κουβέντα–, υπογραμμίζοντας σωστά ότι δεν ήταν ποίηση της ήττας, αλλά της αντι-ήττας, όπως ωραία την έχει ονομάσει η Σόνια Ιλίνσκαγια στη Μοίρα μιας γενιάς. Αν συνυπολογίσει κανείς και τη σεφερική επίδραση σε όλη τη μεταπολεμική ποίηση, ως και τη γενιά του ’70, και ειδικά στον μετεπαναστικό λόγο –είναι τόσο ενδιαφέρουσα η αμφιθυμία των ποιητών αυτών απέναντί του, ανάμεσα στην απόλυτη αισθητική κατάφαση και την ιδεολογική απόρριψη–, αντιλαμβάνεται ότι το τεύχος είναι και πολιτικό – και με την πιο στενή σημασία του όρου, αφού Τα Ποιητικά θεωρούν εξ ορισμού πολιτική την τοποθέτησή τους, με την έννοια του πολιτικού στοχασμού, για τον οποίο κάνει λόγο ο Μαρκόπουλος.

Αυτή η θέση μάλιστα ερμηνεύει και την επιλογή να παρακολουθεί το περιοδικό τόσο στενά την τρέχουσα παραγωγή – υποσχόμαστε μάλιστα να διευρύνουμε το πεδίο αναφοράς μας στο άμεσο μέλλον. Να την παρακολουθεί δε από ποικίλες σκοπιές, με λόγο περί λογοτεχνικών έργων, κατά τη διάκριση του Ουμπέρτο Έκο στο Περί λογοτεχνίας, προσεγγίσεις δηλαδή εξωτερικές του έργου, από διαφορετικές επιστημονικές, αλλά και κριτικές, τον κατεξοχήν λόγο περί του έργου. Αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος, η κριτική, να αντιπαλέψει κανείς τα σχήματα που δημιουργούνται για την ποίηση ερήμην της – και ουκ ολίγα τέτοια έχουμε δει, τα οποία μάλιστα, για λίγο καιρό, προκόβουν. Μετά ο χρόνος τα παρασέρνει και μένει στο προσκήνιο μόνο η δύναμη της ποίησης. Στην περίπτωση του Καρυωτάκη, που ήταν μόνο κάποια χρόνια πιο μικρός από τον Σεφέρη, αδιαμφισβήτητος εισηγητής του μοντερνισμού στην ποίηση και βρέθηκε στη σκιά για πολλά χρόνια, αυτό αποδεικνύεται περίτρανα. Όπως αποδεικνύεται και κάτι ακόμη, ότι η συγχρονική κριτική, όπως αυτή του Δημαρά, κρίνεται σε βάθος χρόνου εντέλει και οι κάθε λογής θεσμοί λειτουργούν στη συγχρονία και μόνο – εκεί ανεβοκατεβάζουν, εντελώς προσωρινά, ποιητικές κυβερνήσεις. Α, ναι, και κάτι ακόμη, αυτοί οι νέοι και αγράμματοι, όπως τους λέει ο Παπανικολάου, ποιητές που αλάλαζαν για την ποίηση του Καρυωτάκη, κάτι είχαν νιώσει, αν όχι διαπιστώσει λογικά, που άξιζε τον κόπο. Το τι είναι βέβαια κριτική είναι ένα ζήτημα μονίμως ανοιχτό, όπως και το τι είναι ποίηση. Μπορούμε σίγουρα να πούμε τι δεν είναι κριτική: η σημειωματογραφία που αναπαράγει τα δελτία τύπου ή τα πιο κοινότοπα κλισέ, μακριά από το έργο καθαυτό (τις κάθε λογής σκοπιμότητες τις αφήνουμε στην άκρη). Καλό φθινόπωρο με το βραβείο «Άρης Αλεξάνδρου» για μεταφράσεις του 2015 στις 10 Οκτωβρίου. Κοντά-κοντά τα δυο βραβεία, ακόμη καλύτερα: πολλή, καλή μεταφρασμένη ποίηση.

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: