Σχεδίασμα Αντιγόνης (Ευαγγελία Ανδριτσάνου)

Σχεδίασμα Αντιγόνης

-Ευαγγελία Ανδριτσάνου-

Σχεδίασμα για ένα εκτεταμένο θεατρικό ποίημα. Στο παρόν τεύχος δημοσιεύεται το πρώτο μέρος του σχεδιάσματος.

 

Τι καιροί είναι αυτοί, όπου

το να μιλάς για δέντρα μοιάζει με έγκλημα.

Γιατί είναι σαν να αποσιωπάς όλα τα κακουργήματα!

Bertolt Brecht, Στους μεταγενέστερους

*

Δεν ήταν σαν εσένα

εγώ όμως έβρισκα ομοιότητες

Πάντως ήταν ανίκανος

να βλέπει την αδικία

και να μην εξεγείρεται

Ήρωας δεν ήταν, η καρδιά του έτρεμε

αλλά δεχόταν τον άλλο

και δεχόταν το φόβο

εσύ αρνείσαι το φόβο

ορμάς χωρίς συναίσθηση στην πρώτη γραμμή

παλεύεις με τον εχθρό στήθος με στήθος

Ναι, είπες μια μέρα,

αυτό κάνει ο άνθρωπος όταν δεν έχει

για τίποτ’ άλλο να περηφανευτεί στη ζωή του

ρίχνεται στον εχθρό

*

Σου μιλούσα για κείνον

για τον αδελφό μου

είχατε κάτι όμοιο στο βλέμμα

κι εκείνο το μισό χαμόγελο

όταν με πειράζατε

 να που μιλώ ήδη σαν να μην υπάρχει

έμοιαζε πιο πολύ σ’ εσένα

παρά στον άλλο μου αδελφό

οι δυο τους πάντα τρώγονταν

Αχ δεν ακούς

Αίμονα

δεν μ’ ακούει

όταν μιλάω για τον Πολυνείκη

*

Κι όταν ήρθε η νύχτα

κι αντήχησαν τα τύμπανα

και περιπολούσαν οι ομάδες

των πολιτοφυλάκων

με τους χοντρούς λαιμούς

με τα γυμνά κρανία τους

με το συντεταγμένο βήμα τους

και τις σιδερένιες γροθιές τους

τότε κλειστήκαμε στο παλάτι

ο όχλος ήταν εξαγριωμένος

την αδελφή μου την Ισμήνη

μια μέρα που γυρνούσε απ’ την εξοχή

την παραμόνεψαν όρμησαν

να την κατασπαράξουν

από καθαρή τύχη

σώθηκε

από τύχη ερχόταν

εκείνη τη στιγμή

η αλλαγή φρουράς

έκαναν χρήση των όπλων τους

που τόσα χρόνια ήταν διακοσμητικά

τους σκόρπισαν

΄Ομως τα χέρια τους έτρεμαν όταν έφτασαν στο φυλάκιο

είδα την αδελφή μου να γυρίζει υποβασταζόμενη

άσπρη σαν το πανί

δεν μιλούσε

ούτε την πρώτη

ούτε τη δεύτερη την τρίτη μέρα

Στους δρόμους μόνο γκρίζα σκυλιά

οι οικογενειάρχες έχτιζαν τα παράθυρα

κι όσοι είχαν κρυμμένες οικονομίες

κλείδωσαν κλαίγοντας τα υπάρχοντά τους

κι έφυγαν μακριά

σαν να μας είχαν δέσει σίδερα

στα πόδια και στα χέρια

το κάθε βήμα αγκομαχητό

ασθμαίναμε στον ύπνο μας

ο αέρας λιγόστευε στη χώρα

*

Όμως αυτό ήτανε μετά

μετά

Πρώτα

ήταν εκείνο το στροβίλισμα

η ζωή έμοιαζε εύκολη      γελοία      ρευστή

αμέτρητα ζευγάρια πόδια χάραζαν

πλέγματα από φιγούρες ξέφρενες

χωρίς αρχή

χωρίς τέλος

χωρίς τελειωμό

και τα θύματα του χορού

οι σπρωγμένοι οι πατημένοι

οι διαμελισμένοι

σκόνη ψιλή που κατακάθιζε στις γωνίες

Η καρδιά μου φτερούγιζε κάθε ώρα

σαν πουλί πιασμένο που ψάχνει να ξεφύγει

έτρεχα να κρυφτώ σε σκοτεινά δωμάτια

σε τραβούσα απ’ το χέρι

πώς να με καταλάβεις

η διέγερση είναι το στοιχείο σου

ήθελες να με σύρεις πάλι πίσω

το ίδιο κι η αδελφή μου

μεταξύ σας ματιές γεμάτες νόημα

Είδες η Αντιγόνη

δεν ξέρει να χαίρεται

*

Δεν μ’ αγαπάς, Αίμων

δεν αγαπάς

ορθώνεις φράγματα

μιλάς για καθαρούς

συγκαταλέγεις κι εμένα σ’ αυτούς

είναι για γέλια

Γίνεται να σβηστεί ό,τι με γέννησε;

[Διαβάστε το Β΄μέρος στου σχεδιάσματος στο επόμενο τεύχος]

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: