ΠΩΣ ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟ

­Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)­

Αγαπητέ Κατσίμπαλη

 

[] Θα πρέπει να γυρίσουμε κάμποσα χρόνια πίσω, αγαπητέ Κατσίμπαλη, για να απαντήσουμε την πρώτη εξόρμηση του υπερρεαλισμού ως πνευματικής «πανάκειας» στον κόσμο. Ήτανε στο 1924, όταν ο άνθρωπος συγκλονισμένος όλος απ’ τον προτελευταίο πόλεμο είχε ζήσει ολόκληρο το γκρέμισμα των πιο του αγαπητών «συνειδητών» ειδώλων, όλων των ιδεολογικών του εκείνων συνθημάτων, που κρατούσαν τον πολιτισμό μας δήθεν όρθιο, αλλά στην ουσία τόσο οικτρά ταλαντευόμενο στα ξυλοπόδαρά του. Από παντού εξεκινούσανε σπασμωδικές προσπάθειες ιδεολογικής ανοικοδόμησης, ενώ το βαθύτερο ένστιχτο ειδοποιούσε ωστόσο τους αισθαντικότερους, πως όλα τούτα χτίζονταν στην άμμο. Ο καθένας έριχνε στον κόσμο εκείνες τις ημέρες μιαν ιδέα «σωτήρια», συνταγές κάθε είδους και προς όλες τις διευθύνσεις, για την ποθητήν ανόρθωση του βασικά εξαρθρωμένου τότε πλέον Ευρωπαϊκού πολιτισμού και οργανισμού. Η ανθρωπότητα είχε πλημμυρίσει από τη μια στην άλλη άκρη από «εγγαστρίμυθους» και «επαοιδούς». Ο χώρος της «συνειδητής» ανθρώπινης αντίστασης είχε στενέψει σε βαθμόν απίστευτο, σαν η ηθική και ψυχική αναπνοή του ανθρώπου να βρισκότανε κάτω απ’ την άμεση επίδραση αλλεπάλληλων ασφυξιογόνων. Σε μια τέτοια λοιπόν ώρα ήταν φυσικό, πλάι στο πλευρό απ’ τις τόσες ισορροπικές αναζητήσεις, οικονομικές, πολιτικές κλπ., να ζητηθεί κι απ’ τους «αισθαντικούς» ανθρώπους του καιρού εκείνου ένα «καταφύγιο» για το πνεύμα. Και το καταφύγιο τούτο που ζητούσαν, να, που ως «εκ θαύματος» εβρέθηκε ανοιχτό. Η ορθή μάλιστα λέξη θα ήτανε «ευρέθη χαίνον». Ήτανε το καταφύγιο του «υποσυνείδητου», ανοιγμένο από κάμποσο καιρό χάρη στο Φρόιντ, στη λογοτεχνικήν ευαισθησία και γι’ αυτό τόσο πλατύ, ώστε οι πρώτοι που σκεφτήκανε να καταφύγουν μέσ’ σ’ αυτό, δεν άργησαν να προσκαλέσουνε, για να σωθεί, κι ολόκληρη την ανθρωπότητα βαθιά του. «Η ανθρώπινη συνείδηση – άρχισαν να κράζουν απ’ τα βάθη εκείνου του υπόγειου – χρεωκόπησε. Ελάτε μήπως και μπορέσουμε να βγάλουμε όλοι από δω μέσα, τους κρυμμένους θησαυρούς του υποσυνείδητου στο φως. Έτσι ίσως να μπορέσουμε ν’ αντλήσουμε στις μέρες μας έναν καινούριο κόσμο σκέψεων, αισθημάτων, ιδεών, μορφών. Όλα τα μέσα είναι καλά. Αυτοματισμός γραφής ή λόγου, χρήση διάφορων ναρκωτικών, χρησιμοποίηση καταστάσεων παραισθητικών κλπ. Όλοι μπορούν να δοκιμάσουνε το πείραμα». Ο υπερρεαλισμός, ούτε πολύ ούτε λίγο, τον καιρό εκείνο παρουσιαζότανε σαν «μέθοδος» και κατ’ ακολουθία σαν κάτι που αφορούσε ολόκληρο τον κόσμο. «Gu’ on se donne seulement la peine de pratiquer  la poesie», διακήρυττε εκείνο τον καιρό ο Breton, ποιητής μ’ αληθινή ποιητικήν ιδιοσυγκρασία, αλλά που βιάζονταν πολύ να ρίξει στον καιρό του τα θεωρητικά συνθήματά του, απ’ όπου, αν πιανότανε όπως το φαντάζονταν, η εποχή του, θα ’σανε σε θέση, να «μεταμορφώσουν ριζικά» από τη μια στην άλλην ώρα ολόκληρο τον κόσμο. Δεν εννοώ μ’ αυτά που λέω ωστόσο, αγαπητέ μου φίλε, να καταδικάσω ολότελα με μια μου μονοκοντυλιά – κάθε άλλο – την τεράστια σημασία που περιείχε πάντα ακόμα, αυτή η πρόσκληση της προσφυγής του ανθρώπου στα βασίλεια του υποσυνείδητου.

Εκείνο που καταδικάζω και που πια καταδικάστηκε από μοναχό του από την ίδια του ανεπάρκεια, είναι ο τρόπος, είναι η μέθοδο της προσφυγής, τα απλοϊκά και τα ρηχά εκείνα μέσα «βολισμού» των ωκεάνιων του υποσυνείδητου βυθών. Είν’ η εκμετάλλευση στην επιφάνεια και στην επιφάνεια μόνο του τεράστιου αυτού βάθους, είναι το τυχαίο «ξάφρισμα», είναι η πλαστογράφηση του φοβερού αυτού κεφάλαιου, πώχει τις ρίζες του (μιλώ εδώ για τους αληθινούς δημιουργούς) στην ίδια αλήθεια της συμπαντικής και ομαδικής ζωής και που στον αιωνόβιο κορμό του, ανεβαίνουν – μνήμη που κυκλοφορεί βουβά βαθιά μας όπως το ίδιο μας το αίμα – οι χυμοί ολόκληρης της Ιστορίας. Το άδυτο του «υποσυνείδητου», δεν είναι μια αίθουσα, όπου σε μια πρόθεση «συμ-ποίησης» και «συμ-φιλοσοφίας» να καλούνται οι άνθρωποι μιας γενιάς, καθώς καλούνται για τα «πνευματιστικά» πειράματα ορισμένοι κύκλοι κοσμικοί, για να ’ρθουν σε επικοινωνία – μέσω «τραπεζιών» ή medium «αναγνωρισμένων» – με τα «πνεύματα» ή με το «πνεύμα» (αφήνω που σε τούτο το σημείο ο «πνευματισμός», με «ύπνωση», με «αυτόματη γραφή» κλπ. προηγήθηκε απ’ τον υπερρεαλισμό). Το άδυτο του υποσυνείδητου είναι το Μαντείο, είναι ο κεντρικός μυχός, όπου μονάχα μια ψυχή δημιουργική, προετοιμασμένη από τεράστια και πολύχρονη άσκηση και ετοιμασία κατεβαίνει να φωτίσει το πλατύτατο πεδίο της ρατσιοναλιστικής μας Λήθης που περιλαβαίνει στην αδράνειά του ανυπολόγιστες παλιές δυναμικές περιοχές και της ψυχής και του κορμιού μας και του κόσμου κι από κει ν’ αντλήσει όση Μνήμη, όση δύναμη, όση φλόγα και όση ορμή χρειάζεται για να φωτίσει με μια δάδα έμπνευσης υπεύθυνη και σταθερή ταυτόχρονα το χτες, το σήμερα, το αιώνιο, το μέλλον. Κι ασφαλώς, – θα να ’ταν άστοχο να το απαρνηθούμε – η πρόθεση, αλλά πρόθεση μονάχα, του υπερρεαλισμού κι από την πρώτην ώρα της εμφάνισής του ήτανε τέτοια.

[]

«Revolte metaphysique» και «revolte sociale», ιδού αναντίρρητα δύο κίνητρα γιγάντεια για την αναχώνευση μιας εποχής σαν τη δική μας. Αλλά και πόση εμβάθυνση δε χρειάζονταν προκαταβολικά αυτά τα κίνητρα και χωριστά κι ανταμωμένα για να παραχθεί απ’ την ένωσή τους, απ’ το γάμο τους, ο αντάξιος δημιουργικός (θεωρητικός κι αισθητικός) καρπός. Και πόσο η πραγματική αυτή εμβάθυνση καθυστερεί τρομαχτικά ακόμα και στους πρωτοπόρους (δεν μιλώ για τους παρείσακτους και τους μοιραίους μιμητές) του υπερρεαλισμού! Πόση ανωριμότητα διαλεκτική δεν δείχνει για παράδειγμα η «αντιλογοκρατική τους εκστρατεία», αν τους παραβάλουμε με τον υπέροχο αντιλογοκρατικόν αγώνα ενός Kirkegaard, ενός Σεστόβ, ενός Berdiaeff, ενός Heidegger, ενός Jaspers, ενός Klages, ενός Nishida ή ενός Tanabe. Αγώνα που δεν καταλήγει, όπως άλλωστε θα να ’ταν ευκολότατο να καταλήξει για όσους θα ’θελαν ν’ ανακηρύξουν τον εαυτό τους νικητή  απ’ το πρώτο στάδιό του «a cet etat complet de distraction auguel nous esperons bien parvenir ici bas», κατά το αίτημα του υπερρεαλισμού, αλλά και σε μια καίρια καθυποταγή του λογικού στοιχείου ως εκτελεστικού οργάνου, στο απόλυτα και καίρια μες στα βάθη μας δημιουργικό jubere.

Και ιδού ακριβώς πώς έπειτα απ’ τη φιλοσοφική ανεπάρκεια στην εμβάθυνση μιας σθεναρής «revolte metaphysique» του υπερρεαλισμού, διαπιστώνουμε άλλο τόσο και την κριτική ανεπάρκειά του στο κεφάλαιο της εμβάθυνσης του δευτέρου αιτήματος, του αιτήματος της «revolte sociale». Για τον υπερρεαλισμό, η αντικειμενικότητα «n’ existe que dans la succession, dans nouvel ordre, non le maitre mais l’ esclave». Καμιά απολύτως γέφυρα στο μεταξύ, ανάμεσα ποιητή και κόσμου. Ο ομαδικός, δι-υποκειμενικός (intra – subjectif) παράγων, απαραίτητο κριτήριο της κάθε αληθινής δημιουργίας, το ζωντανό σημείο συνάντησης του «υποκειμένου» και του «αντικειμένου», απουσιάζει από την υπερρεαλιστική θεωρία στη θεμελιώδη, την πρωταρχική εξόρμησή της, ενώ αντίθετα στη θέση του απαραίτητου αυτού κριτηρίου γίνεται παραδεκτό ένα «minimum d’ intention logique», που κατά βάθος αναιρεί ολόκληρη τη σταθερότητα και συνοχή της θεωρίας. Βέβαια η προειδοποίηση «jusqu’ a nouvel ordre» περιλαμβάνει και μια δόση ειλικρινείας, και μια δόση φρόνησης και προαισθημάτων εξαιρετική. Αλλ’ η προσδοκία αυτή της «νεότερης διαταγής» χωρίς αμφιβολία δεν φτάνει μόνη για να γεφυρώσει τα αγεφύρωτα, εφ’ όσο μένουν έτσι αγεφύρωτα, απ’ την πρώτη του υπερρεαλισμού θεωρητική καταβολή. Πόσο βαθύτερο θα να ’ταν αν αναγνωρίζονταν από τους ίδιους τους υπερρεαλιστές, τοποθετούμενους σε νέο επίπεδο αξιώσεων ανάλογο με τον καιρό τους, αν αναγνωρίζονταν, καθώς το αναγνωρίζουνε όλοι οι πραγματικοί της Τέχνης δημιουργοί, το ενιαίο της αφετηρίας «υποκειμενικού και αντικειμενικού» κι από τη σύγχρονη εμβάθυνσή τους, εζητούσαν την εκπλήρωση των πιο βαθιών τους αιτημάτων. Από πού αρχίζει τάχα, αγαπητέ μου φίλε, η ατομική ψυχή του Αισχύλου κι από πού η γιγάντεια ομαδική, υπερατομική συνείδησή του; Από πού η προσωπική αισθαντικότητα ενός Μπετόβεν, κι από πού η τιτανική, παγκόσμια, πανανθρώπινη διαστολή της, στην «Ενάτη»; [] Η «νεότερη πνευματική διαταγή» έχει πια δοθεί. Από το 1924 του υπερρεαλιστικού μανιφέστου ως σήμερα έχουνε περάσει είκοσι χρόνια, τα σημαντικότερα, τα τραγικότερα και τα πληρέστερα σε πλάτος και σε μάκρος της παγκόσμιας Ιστορίας. Είναι τα χρόνια της δοκιμασίας, δοκιμασίας στην πλατύτερη έννοια σ’ όλα τα επίπεδα της σκέψης και της ζωής, που Σου ανάφερα, απ’ τις πρώτες μου γραμμές, σ’ αυτό το γράμμα. Η πνευματική μας δίαιτα, τα τελευταία προπάντων χρόνια – και μιλώ για τους αληθινά πνευματικούς ανθρώπους – έχει αλλάξει ριζικά από την ίδια δύναμη και μοίρα των πραγμάτων. Δεν ανήκουμε ούτε στους Σωκρατικούς «λογικοδίαιτους» ούτε στους ψευδοπροφήτες και τους εύκολους ναρθηκοφόρους Διονυσιαστές. Επί καιρό, επί χρόνια τώρα, λέω, τρεφόμαστε, τρεφόμαστε αποκλειστικά και διαρκώς με «γεγονότα». Κι ασφαλώς αυτή η δίαιτα, δίαιτα ριζική και συνεχής, δεν είναι δυνατό παρά να φέρει αποτελέσματα βαθιά κι αναμενόμενα, σ’ ακέριο αγάλι αγάλι, τον πνευματικό οργανισμό μας. Όλοι οι τρόποι κι τα μέσα που διαθέτει το σώμα μας στην περιορισμένη του έννοια, η βαθιά ενεργητική του φυσιολογία, η μάσηση, η χώνεψη, η θρέψη, η έκκριση, όλοι, λέω, ετούτοι οι τρόποι που λανθάνανε σε μια αναστόμωση και αδράνεια πολυκαιρινή βαθιά μας, ξάφνου βάλθηκαν σε κίνηση ζωηρή για το πλήρες, για το αληθινό, το αυθεντικό, το καθαυτό μας σώμα, το πνευματικό, αποκάτω από τη ζωντανή παρόρμηση και την ανακαινιστικήν επίδραση της δίαιτας αυτής. Ούτε πια αφηρημένες έννοιες, ούτε πίστη απόλυτη καμιά στις συλλογιστικές μας γενικεύσεις, ούτε σύμβολα μυστηριακά ανεξέλεγκτα κι ασύνδετοι με τη ζωή ενθουσιασμοί. Αυτό που από καιρούς και σ’ εξαιρετική υπερένταση ονειρεύονταν οι νεότεροι φιλόσοφοι, μια λογική καινούρια που να κλει μια προωστική πηγαία δύναμη (αυτή που λείπει από τη λογική των ταυτοτήτων) κι όπου τα αντικείμενα της σκέψης να ενεργούνε στο εσωτερικό μας – όπως κάνουν τα εξωτερικά αντικείμενα που δίνονται στην πείρα – να τροποποιούνται, να εξελίσσονται, να κλειούνε μέσα τους ένα στοιχείο δυναμικό, όσο και πραγματικό και άμεσο, και ν’ ανεβάζουν τον οργανικό κρυμμένο πλούτο αυτής της σκέψης σε μια άμεση έκφραση καθολικής ζωής και σημασίας μέσα στο φως και μες στην αίσθηση ολόκληρου του κόσμου, αυτό, λέω, το αίτημα, των ζωντανότερων αλλά και μεμονωμένων στοχαστών της εποχής μας, συντελούνταν κιόλας μέσα μας, βιολογικά και, βέβαια, χάρη σ’ εκείνη τη συγκεκριμένη, τη διαρκή και στερεή τροφή των «γεγονότων» που προείπα. Έτσι η αληθινή, η άμεση ενδυνάμωση της ψυχικής μας φύσης, παρακολουθούνταν σαν από μια σύγχρονη εξύψωση και της σωματικής ακόμα υπόστασής μας. Αναρίθμητα παράσιτα της αναλυτικής ή στατικής προηγούμενης διανόησης (παράσιτα που οφείλονται πολλά απ’ αυτά σε μια ένδοξη κληρονομιά, που μας επροικοδότησε ασφαλώς με θαυμαστά δημιουργικά κεφάλαια, αλλά και σε πολλά με σχετικές κατηγορίες ζωής και σκέψης που εμποδίζουν την πορεία της κοσμικής πνευματικής μας ολοκλήρωσης) υποταχτήκανε σα σ’ ένα αγώνα ερυθρών και άσπρων αιμοσφαίριων μες στις ίδιες μας τις φλέβες, υπακούοντας σ’ ένα ανώτερο και δραστηριότερο ρυθμό και τόνο υγείας και ζωής. Δεν είναι η ώρα να επιμείνω (αν και μια μέρα ελπίζω να το κάμω απόλυτα), στα πολλαπλά όσο και καίρια σημεία της μεγάλης κάθαρσης αυτής. Φτάνει να πω μονάχα τούτο: είμαστε κάποιοι που ασφαλώς αφήσαμε από πίσω μας ακέριες εποχές μιας ασυμβίβαστης με την καθολική ζωή διανόησης, καθώς το φίδι αφήνει από πίσω του ένα ντύμα κι από την ώρα εκείνη η πνευματική ζωή μας είναι τόσο μεγαλύτερη, που θα χρειαστεί πολλή περισσότερη προσπάθεια (μα που πρέπει απόλυτα να γίνει για τους άλλους) για να θυμηθούμε την πρωτύτερη δουλεία μας, παρά όση μας χρειάζεται για ν’ αγκαλιάσουμε και να προαγάγουμε την καινούρια μας πνευματική ελευθερία. []

 

(Τα Νέα Γράμματα,

Δίμηνη Λογοτεχνική Επιθεώρηση,

Περίοδος Β, Χρόνος Ζ, Αθήνα, 1944)

 

 

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: