Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΟΠΟΤΕ

 

 

­Ανθούλα Δανιήλ­   

 

Κατ’ αρχάς να πούμε ότι η Κριτική είναι μια δημιουργία μέσα στη δημιουργία. Ακόμα να πούμε ότι ο ασχολούμενος με την κριτική πρέπει να αγαπά το κείμενο που έχει μπροστά του και να μη βρίσκεται σε κατάσταση αντιδικίας, όπως έλεγε ο Σεφέρης. Στην αντιδικία ας προσθέσουμε και τον άνθρωπο πίσω από το κείμενο. Είναι κοινό μυστικό ότι αν δεν μας «ταιριάζει» κάποιος, για οποιονδήποτε λόγο, τον «θάβουμε». Ανάλογα με τις εποχές και τις κομματικές προτιμήσεις άλλοτε, για άλλους λόγους σήμερα.

Ερώτημα: ποια είναι η δουλειά του κριτικού; Να αναδείξει το κείμενο που έχει μπροστά του; Τις αρετές του; Να συμβουλεύσει τον δημιουργό του; Αν, ναι, εκείνος που δέχτηκε και καλή και κακή κριτική, πότε έγινε καλύτερος; Ή μήπως έγινε αυτό που ο ίδιος ήταν προικισμένος να γίνει;

Ημερίδες και αφιερώματα γίνονται, κριτικές αυστηρές και επιεικείς γράφονται. Πολλά έχουν διατυπωθεί και διατυπώνονται, επισήμως «μασημένα» και ανεπισήμως έξω απ’ τα δόντια. Μπορεί η κριτική να κάνει κάποιον «ποιητή», ενώ είναι ατάλαντος; Μπορεί η κριτική να εμποδίσει κάποιον να προχωρήσει, ενώ είναι ταλαντούχος; Η αλήθεια δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο, έχει πολλά και ρίζες σαν τις εφτά γενιές της κληρονομικότητας. Αν, ωστόσο, από τις πολλές αλήθειες απομονώσουμε μία, αυτή η μία λέει πως τον καλό λογοτέχνη δεν μπορεί κανείς να τον βλάψει και τον κακό δεν μπορεί κανείς να τον επιβάλει, όσο και αν όλες οι μεγάλες κριτικές δυνάμεις το επιδιώξουν.

Για παράδειγμα, όλα εκείνα που ο Ελύτης καταγράφει ως χαρακτηρισμούς αρνητικούς από τους κριτικούς – μακάριος,  αμέριμνος, τοπικιστής, καθυστερημένος, μορφολάτρης και εστέτ, όλα κατέρρευσαν. Αν κοιτάξουμε καλά τι τρέχει κάτω από αυτό που φαίνεται, θα ανακαλύψουμε εμπάθειες ή προσωπικές φιλοδοξίες του κρίνοντος που βλέπει μόνο λέξεις και όχι σκέψεις και ψυχή που πρέπει να ανακαλύψει κάτω από την γερή κρούστα των λέξεων. Πόσο επέδρασε η κριτική π.χ. στον Ελύτη, είτε τον επαίνεσε είτε τον κατέκρινε; Εκείνος διόρθωσε κάτι από το όραμα που είχε, επειδή κάποιοι είδαν ετούτο ή εκείνο; Αλήθεια,  είναι κριτική όταν κάποιος τα βάζει με τους καλύτερούς του μόνο και μόνο γιατί στην πλάτη ενός καλύτερου φαίνεται τ’ όνομά του; Ο Θερσίτης, ας πούμε; Ή κάνει κριτική αυτός που ηθελημένα παραβλέπει την αξία κάποιου άλλου, επειδή δεν του αρέσει για συγκεκριμένον τινά  λόγον;

Να πάμε λίγο και στο περίφημο ερώτημα «Τι πρέπει να κάνει ο πνευματικός εργάτης απέναντι στους θρησκευτικούς φανατισμούς που είχαν εξαπολύσει οι πολιτικές ορθοδοξίες του καιρού» που απασχόλησε και τον Γιώργο Σεφέρη στο δοκίμιό του «Η Τέχνη και η Εποχή».  Εκεί και αν μπαίνουν παράμετροι, τις οποίες άλλοι  φρόντισαν να υπερτονίσουν (την ώρα της ανάγκης, η τέχνη μου θα υπηρετήσει την πατρίδα μου· και ποιος μεγάλος ποιητής δεν το έκανε; ) και άλλοι να κατακρίνουν. Το δόγμα η Τέχνη για την Τέχνη είχε εραστές αλλά δεν επέζησε. Η έμπνευση δεν φυτρώνει μέσα στη γυάλα ή στο γυάλινο ελεφάντινο πύργο του καθενός. Η έμπνευση βρίσκει έδαφος να φυτρώσει στον καημό της πατρίδας, στα κοινωνικά βιώματα, στα προσωπικά παθήματα, όταν υπάρχει ταλέντο, βεβαίως.

Στα χρόνια που πέρασαν, στην πατρίδα μας, και όσο τα πολιτικοκοινωνικά μας είχαν μπει  σε τάξη, πολλοί έχασαν την αιτία της ύπαρξής τους γι αυτό και άρχισαν  να σκάβουν το προσωπικό του πηγάδι ο καθένας για να βγάλει νερό. Άλλοι πάλι έψαξαν αρκετά, με έναν Φρόιντ στη μασχάλη για βρουν έναν Μαρκήσιο Ντε Σαντ ή έναν Ναμπόκοφ, έναν σεξουαλικό βασανιστή, έναν που απολαμβάνει σεξ, βία, αίμα, και διαστροφή. Άλλοι ανακάλυψαν τα Λαβδακιδάν της οικογένειάς τους, μπας και συγκινήσουν το κοινό. Το κυνήγι της πρωτοτυπίας έφτασε στην υπερβολή. Από την άλλη το κάθε καθημερινό, το, κατά κανόνα, κάτι, που συμβαίνει σε όλους μας, είναι κι αυτό, ποίημα ή πεζογράφημα;

Ξαναπάω πίσω. Τι είπε η κριτική για τον Σεφέρη στα νιάτα του; Και τι είπε ο Σεφέρης για τους κριτικούς του; «Για τη Στέρνα προβλέπω μεγάλο ενθουσιασμό των κριτικών που θα βρουν έδαφος να σπείρουν και να θερίσουν, και, προβλέπω μεγάλη σιωπή και δισταγμό εκ μέρους των φιλολογικώς διακειμένων» (Μέρες Β, 3 Οκτώβρη 1932,σελ. 90). Κι άλλο: «Τα ποιήματα του Στράτη του Θαλασσινού Θα γίνω συσσίτιο από εχθρούς και φίλους» (Μέρες Δ, 4 Μάη 1933, σελ. 132). Αυτά τα σχόλια δείχνουν πως η κριτική που του ασκήθηκε τον έκανε καλύτερο; Πώς αποκαλούσε κριτικό που δεν ένιωθε από ποίηση; «ο  είναι ανόητος δεν έχει αυτί» και με αυτό ανταποδίδει την κριτική στον κριτικό.

 

Είχε δίκιο ο Παλαμάς, που, αναμφισβήτητα, ήταν καλός κριτικός, όταν έλεγε πως ο Καβάφης ήταν ανταποκριτής που δεν τελείωσε το ρεπορτάζ του ή είχε δίκιο ο Ξενόπουλος που επέβαλε τον Καβάφη ως σπουδαίο ποιητή; Ποιος από τους δύο ήταν ισχυρότερο χαρτί και είχε βαρύνουσα γνώμη; Είχε δίκιο ο Παλαμάς όταν απέρριπτε τον Καρυωτάκη; Όμως είχε επαινέσει τον Κάλβο. Και ο Σεφέρης, που ήταν ανανεωτής της παράδοσης, είχε δίκιο όταν έκρινε την Δ στροφή της Ωδής «Εις θάνατον»; Παραθέτω τη στροφή: Ακούω του λυσσώντος / ανέμου την ορμήν· κτυπά με βίαν· ανοίγονται / του ναού τα παράθυρα / κατασχισμένα, και έλεγε: «Το ψυχολογικό του παραστράτημα τον κάνει να χάνει αντί να κερδίζει Στον πέμπτο στίχο, ένα μαγικό ραβδί μεταμορφώνει τα πάντα. “Κατασχισμένα”: έχω μπροστά μου ένα σκηνικό, όπου κάποιο λάθος του μηχανικού φανέρωσε στα μάτια των θεατών την “πανένια υπόστασή του”. Μαγεία βέβαια που μπορεί να διασκεδάζει τους συγχρόνους μου, αλλά που είναι εις βάρος του ποιητή» (Δοκιμές Α, «Απορίες διαβάζοντας τον Κάλβο, σελ. 59-60). Κι εγώ ερωτώ σήμερα (θαυμάστρια και του Κάλβου και του Σεφέρη): Ποιος από τους δύο είχε δίκιο; Έπεισε ο Σεφέρης κανένα με την κρίση του εναντίον του Κάλβου; Άλλαξε η οπτική μας επειδή κάποιος άλλος, σύγχρονος Καλβολόγος, υποστηρίζει ότι ο Κάλβος αντέγραψε τον Φώσκολο; Κι αν είναι έτσι, είναι ο μόνος που επηρεάστηκε από τον προηγούμενό του; Μήπως δεν εξακολουθεί να λυσσάει ο άνεμος και να κατασχίζει τα παράθυρα όπως το παραπέτασμα του ναού την ώρα της Σταύρωσης;

Είχε δίκιο η μουσικοκριτικός, κα Σπανούδη, με εκπομπή στο Ραδιόφωνο, όταν σχολίασε τα μελοποιημένα ποιήματα του Καβάφη από τον Μητρόπουλο, τα μεν ποιήματα ως ό,τι αντιποιητικότερο σ’ όλη την ελληνική φιλολογία, και τη μουσική τους ως απαράδεκτη αισθητικά και καλλιτεχνικά; Είχε δίκιο ή όχι ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης που θεώρησε την ίδια μελοποίηση ως αριστούργημα; Είχε δίκιο ο δημοσιογράφος που έγραψε ότι η εκδήλωση στο Μέγαρο του Κώστα και της Ελένης Ουράνη, με τον Καβάφη παρόντα, ήταν μια ωραία έκπληξη, με τον Μητρόπουλο στο πιάνο στις δέκα παραπάνω μελοποιήσεις; Μα για τον ίδιο Καβάφη και τον ίδιο  Μητρόπουλο δεν μιλάνε όλοι; Ή μήπως για τον αριστοκράτη Ουράνη, στον οποίο οφείλουμε χάριτας για το Ίδρυμα που μας κληροδότησε, επειδή στο Μέγαρό του έγινε η εκδήλωση, αλλάζει το κριτήριο; Πόσο ωφέλησαν οι «αργόσχολοι γραφιάδες» με την κριτική τους τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο; Πόσες μικροψυχίες, λάθη και ανακρίβειες έχουν στα βιβλία τους επιφανείς ιστορικοί της λογοτεχνίας μας; Είπε καλή κουβέντα για άνθρωπο (όπως ο Ευριπίδης στους Αχαρνής) ο Νικόλας Κάλας άραγε;

Και ας περάσουμε και στην προσωπική συμμετοχή του κριτικού. Η κριτική είναι μια υποκειμενική γνώμη, αλλά όχι αυθαίρετη. Ο Όσκαρ Ουάιλντ γράφει: «για τον κριτικό, το έργο τέχνης είναι απλώς μια αφορμή για ένα νέο έργο δικό του πια Όταν ο Rubistein μας παίζει την Sonata Appasionata του Beethoven, δεν μας δίνει μόνο τον Beethoven, αλλά και τον εαυτό του». Επίσης για την περίπτωση του Άμλετ γράφει: «Εάν ο Άμλετ έχει κάτι από την οριστικότητα του έργου τέχνης, έχει επίσης όλη τη θολούρα που χαρακτηρίζει τη ζωή. Οι Άμλετ είναι όσες και οι μελαγχολίες» (Ο Κριτικός ως Δημιουργός, μετφ. Σπ. Τσακνιάς, εκδ. Στιγμή, σελ. 74). Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι «Η κριτική είναι δημιουργία εντός της δημιουργίας (σελ. 55) και ο κριτικός είναι και αυτός δημιουργός. Με όλα τούτα, καταλήγουμε στο ότι ο καθένας που γράφει κριτική, όταν αγαπά αυτό που κρίνει, βάζει κάτι από τον εαυτό του· αυτό το κάτι το λέμε ψυχή.

Κατέληξε ποτέ η κριτική αν τα «αποσπάσματα» του Σολωμού είναι αποσπάσματα ή όπως έλεγε ο Σεφέρης «Τα κενά των έργων του είναι οι διαλείψεις μιας ψυχής  που, στην ανώτερη λειτουργία, ήταν τεντωμένη ώσπου να σπάσει, από έναν ανυπέρβλητο στοχασμό»; Ή ήταν έργα που δεν ολοκληρώθηκαν, επειδή, κατά τον Πολυλά, ο Σολωμός «άφηνε ατελείωτο το πόνημα»; Ή ήταν μέσα στο πνεύμα της αποσπασματικότητας «ξεχωριστές λυρικές ενότητες», όπως λέει ο Λίνος Πολίτης ή μήπως ισχύει η άποψη του Σλέγκελ ότι η «αποσπασματική εμφάνιση» είναι «ο μυστικισμός της εσωτερικότητας [που] δεν ανέχεται την αισθητική της τελειότητας» ή ο Σολωμός ήταν ανίκανος να ολοκληρώσει ένα έργο; (Αναλυτικά βλ. Κώστα Βούλγαρη Μεταμυθοπλασία).

 

Συμπέρασμα. Κανείς δεν έγινε ή ξε-έγινε κάτι επειδή ένας κριτικός του έκανε καλή ή κακή κριτική – απλώς χάρηκε ή στεναχωρήθηκε, κατάπιε και συνέχισε, όπως του άρεσε και όπως ήξερε. Η κριτική συμβάλλει θετικά, αν γίνεται με καλή πίστη, αλλά δεν καθορίζει οπωσδήποτε την εξέλιξη κάποιου. Καλό είναι να υπάρχει για να συγκρατεί ή να προωθεί αναλόγως, να ενισχύει το καλό, να επισημαίνει ό,τι νομίζει πως πρέπει να επισημανθεί, αλλά και η κριτική θα δικαιωθεί ή όχι από τον χρόνο που θα τρέξει. Δημιουργοί και κριτικοί γράφουν. Εάσωμεν αυτούς χαίρειν και κρίνειν.

 

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: