Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

 

 

­Παναγιώτης Βούζης­

 

« το υποκείμενο – το «εγώ» που μιλά – κατακερματίζεται, διασπείρεται μέχρις εξαφανίσεως Αν, όντως, ο χώρος της γλώσσας είναι απλώς η μοναχική κυριαρχία του «μιλώ», τίποτα δεν μπορεί κατ’ αρχήν να την περιορίσει – ούτε αυτός στον οποίο απευθύνεται ούτε η αλήθεια αυτού που λέει, ούτε οι αξίες ούτε τα αναπαραστατικά συστήματα που χρησιμοποιεί. Εν ολίγοις, δεν υπάρχει πλέον λόγος και επικοινωνία νοήματος, αλλά άπλωμα της γλώσσας σε τραχιά μορφή, μια σκέτη ξεδιπλωμένη εξωτερικότητα, ενώ το υποκείμενο που μιλά δεν είναι πλέον τόσο υπεύθυνο για τον λόγο όσο εκείνη η ανυπαρξία που μέσα στο κενό της εξακολουθεί αδιάκοπα η ατέρμονη διάχυση της γλώσσας.».

«Ουσιαστικά, μόνο κρίνοντας επιπόλαια θα λέγαμε ότι η εσωτερίκευση είναι το γεγονός που προκάλεσε τη γέννηση αυτού που υπό στενή έννοια ονομάζουμε «λογοτεχνία»· πρόκειται πολλώ μάλλον για ένα πέρασμα προς τα «έξω»· η γλώσσα διαφεύγει τον τρόπο ύπαρξης του λόγου – δηλαδή τη καταδυνάστευση της αναπαράστασης –  Η λογοτεχνία είναι ένα είδος γλώσσας που φεύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον εαυτό της.».

Στα επιλεγμένα αποσπάσματα από το κείμενο του Michel Foucault Ο στοχασμός του έξω: Για τον Μωρίς Μπλανσό (μετάφραση Βασίλης Πατσογιάννης, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2016 [δεύτερη έκδοση], 11-12, 12-13), το οποίο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά μέσα στη δεκαετία του ’60, εντοπίζονται αισθητικές τάσεις χαρακτηριστικές για εκείνη την εποχή: Από τη μία, η διαγραφή του υποκειμένου που μιλά και του παραλήπτη του μηνύματός του, η υποβάθμιση τόσο του λόγου μαζί με τα αξιακά συστήματα τα οποία αντιπροσωπεύει όσο και της επικοινωνίας μαζί με το περιεχόμενό της· από την άλλη, η πριμοδότηση της γλώσσας απογυμνωμένης σε τέτοιο βαθμό από οποιοδήποτε κατηγόρημα, ώστε ο Foucault να αναγκάζεται να περιγράψει την ανάπτυξή της με μία μεταφορά, την ατέρμονη διάχυσή της μέσα στο κενό. Χαρακτηριστική για τη δεκαετία του ’60 είναι επίσης η ροπή για την άρση της αναπαραστατικότητας στη λογοτεχνία, η οποία συνδέεται με την textualite, το Oulipo, το nouveau nouveau roman στη Γαλλία και με την αμερικανική surfiction και τη L=A=N=G=U=A=G=E poetry.

Οι περισσότερες από τις προηγούμενες θέσεις ελέγχονται πλέον ως παρωχημένες, επειδή αντικατοπτρίζουν μία θεωρία και τη λογοτεχνική εφαρμογή της οι οποίες ολοκλήρωσαν έναν κύκλο, αφού πρώτα δρομολόγησαν την παγίωση του μεταμοντέρνου μέσω της απομόνωσης και της ανάδειξης των avant-garde στοιχείων του μοντερνισμού. Ωστόσο, η κεντρική θέση στο εξεταζόμενο κείμενο αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρη. Αφορά στην αφαίρεση από τη γλώσσα της διάστασης της εσωτερικότητας: στην ανάδυση ενός λόγου ο οποίος ξεδιπλώνεται επ’ άπειρον, αποτελώντας μόνο καθαρή εξωτερικότητα αντίστοιχη σε μία εξακολουθητική απομάκρυνση. Με σύγχρονους όρους πρόκειται, κατ’ αρχάς, για τη διαδικτυακή γλώσσα τη συγκροτημένη ως μία απεριόριστη διάρθρωση επιφανειών, ένα πληθωριστικά πολυεδρικό συνεχές, η οποία προκαλεί τη σύγχυση του υποκειμένου με το αντικείμενό του και του πομπού με τον δέκτη, με συνέπεια να τους ενσωματώνει, να τους ακυρώνει και να ανάγεται σε ένα διάμεσο χωρίς άκρα, σε ένα απόλυτο μέσον. Εφόσον προϋποθέτει την ακύρωση του υποκειμένου, αυτό το μέσον ισοδυναμεί με την εξωτερικότητα. Η τελευταία όμως προκύπτει από την αυξανόμενη τυποποίηση του ψηφιακού λόγου και, εν τέλει, από την αυτοματοποίησή του: Από τη μετατροπή του δηλαδή σε εργαλειακό κώδικα επιφανείας, ο οποίος περιλαμβάνει μόνο κανονικότητες και όχι αποκλίσεις και μόνο νεκρές μεταφορές, ώστε καταλήγει και ο ίδιος μεταφορά της απονέκρωσης της γλώσσας. Συνεπώς, η συγκεκριμένη εξωτερικότητα αντιπροσωπεύει την ολοκληρωμένη αλλοτρίωση. Έτσι συνιστά την παροντική, παρωδιακή επιβεβαίωση της κεντρικής θέσης του Michel Foucault, η οποία αναλύθηκε πιο πάνω.

Υπάρχει όμως μία παράλληλη κατηγορία της γλώσσας απολύτως σύμμετρη προς τον λόγο «ως ομιλία από έξω». Εντοπίζεται βέβαια στην περιοχή της λογοτεχνίας, όχι τόσο στην πεζογραφία, η οποία, στην παρούσα φάση, επιστρέφει στην αφηγηματικότητα και άρα στην αναπαραστατικότητα – ιδίως με το αστυνομικό μυθιστόρημα – όσο στην ποίηση, η οποία χαρακτηρίζεται από την ψευδοαφηγηματικότητα, καθώς εδώ χρησιμοποιούνται τεχνικές φαινομενικά υποστηρικτικές αλλά κατ’ ουσίαν υπονομευτικές της αφήγησης. Υπάρχει ειδικότερα η ποίηση με αποκλειστικό κατηγόρημα την αυθεντική εξωτερικότητα την αντίστοιχη σε ένα αδιάσπαστο συνεχές και, ταυτοχρόνως, σε μία διαρκή επανέναρξη. Η συγκεκριμένη ποίηση μεταβάλλει, χάρη στον ρυθμό, την αδιάλειπτη ροή της σε προχωρητική κίνηση με διακριτό σχήμα και, κατά την εξακολουθητική απομάκρυνσή της από κάθε είδους καταγωγή, διαρρηγνύει όλους τους τύπους των σχέσεων. Έτσι ενσωματώνει, για να καταργήσει πλήρως, τα διάφορα είδωλα του υποκειμένου και τις σημειωτικές συμβάσεις του κυρίαρχου λόγου. Οι ποιητές, όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Κώστας Παπαγεωργίου και ο Ντίνος Σιώτης, που γράφουν εκδοχές αυτής της κατηγορίας της γλώσσας, κάνουν ποίηση και όχι ποιήματα, με την έννοια ότι όλα τα ποιήματα μίας συλλογής τους και συνολικά οι συλλογές ανήκουν στο ίδιο συνεχές του λόγου «ως ομιλίας από έξω».

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: