Δημήτρης Αγγελής: συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια

 

Δημήτρης Αγγελής

Συζήτηση με την Τιτίκα Δημητρούλια

Αγαπητέ Δημήτρη, εμφανίζεσαι στον χώρο της ποίησης σε μια δύσκολη δεκαετία, όπου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό κυριαρχεί η συζήτηση για το τέλος της ποίησης. Μίλησέ μας λίγο για την περίοδο εκείνη, για τη σχέση σου με την ποίηση, τη διαδρομή που σε έφερε σ’ αυτήν, τις συναντήσεις, τις συνομιλίες, ειδικά κοιτάζοντάς τα όλα αυτά από τη σημερινή οπτική σου.

 

Δημήτρης Αγγελής

Ήταν καλό το ότι ξεκίνησα σε μια δεκαετία που οι αξιώσεις ισχύος και κοινωνικής αναγνώρισης μέσα από την ποίηση ήταν ανύπαρκτες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όσοι επιζητούσαν την αθανασία μέσα από τη λογοτεχνία στρέφονταν στο μυθιστόρημα και η γενική εκτίμηση ήταν ότι η ποίηση έχει τελειώσει. Όποιος έγραφε στίχους μέσα σ’ εκείνη τη μακρά νύχτα, έγραφε επειδή δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά – κι αυτό το λογαριάζω μεγάλο κέρδος. Η αλλαγή κλίματος μετά το 2000, την οποία αν δεν κάνω λάθος εσύ πρώτη κατέγραψες, υπήρξε για όλους μια αληθινή έκπληξη.

Με κίνδυνο να θεωρηθώ ρομαντικός, οφείλω να ομολογήσω ότι άρχισα να γράφω στιχάκια πιο συστηματικά μετά την ταινία Ο κύκλος των χαμένων ποιητών, της οποίας ο εφηβικός συναισθηματισμός μας επηρέασε τότε πολύ. Ύστερα, ήταν και το άλλο: δεν είχα ακόμα καλή γνώση της ελληνικής ποίησης πέρα απ’ τα πολύ βασικά 4-5 ονόματα (το πρώτο ποιητικό βιβλίο που διάβασα ήταν η Ανθολογία υπερρεαλιστικής ποίησης του Γκοβόστη και το πρώτο που αγόρασα τα Ποιήματα του Σεφέρη), οπότε αν ήθελα να κάνω εντύπωση σ’ ένα κορίτσι δύσκολα έβρισκα ποίημα που να ταιριάζει στην περίπτωση – έπρεπε να το γράψω εγώ. Η μοναχική αυτή πορεία θα με οδηγούσε με ασφαλή και σίγουρα βήματα στην παραλογοτεχνία, αν δεν συνέβαινε ένα σημαντικό γεγονός που μου άλλαξε τελείως την οπτική: γνωρίστηκα με τον κύκλο του περιοδικού Ευθύνη και τον Κώστα Τσιρόπουλο, με αποτέλεσμα να με καθοδηγήσουν ως προς τα αναγνώσματα και τα κριτήριά τους και να γνωρίσω αίφνης ποιητές πιο κοντινούς στο αίσθημα της εποχής και της ηλικίας μου, όπως ο Ασλάνογλου, ο Βαρβέρης, ο Αλεξάκης, ο Λεοντάρης και άλλοι. Καρπός αυτής της μαθητείας ήταν το σύντομο δοκίμιο Για τη συγγραφή και η συλλογή Φιλομήλα, δημοσιευμένα και τα δύο το 1998. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα…

 

 

  Στην ποίησή σου, ο μύθος συναντά την Ιστορία και η φιλοσοφία την τραγωδία, σε ένα πνεύμα έντονα διαποτισμένο από τη μεταφυσική. Ο λυρισμός χωράει αυτή τη συναίρεση του ατομικού με το συλλογικό; Τον ορίζεις πέραν της μορφής; Χωράει ο λυρισμός την πεζολογία; Και πώς συνδέεται με τη σύγχρονη συνθήκη;

 

Στο ποίημα, λυρικό ή μη, αληθεύουμε όχι μόνο ως αυτονομημένες υπάρξεις, αλλά και ως προς την εποχή μας: σε αλλοτινούς, κρίσιμους καιρούς η ποίηση αναδείχτηκε σε καιρό της Ιστορίας, εκφράζοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις πληγές απ’ τα καρφιά ενός ολόκληρου κοινωνικού σώματος που υπήρχε εσταυρωμένο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο άφηνε χώρο σε μια εκμύθευση του πραγματικού αλλά και σε μια μεταφυσική διάνοιξη του παρόντος, στοιχεία που από τη μεταπολίτευση και μετά εξωθήθηκαν, από τη σταθερή πορεία προς την ιδιώτευση, στο περιθώριο. Οι ορίζοντες της ποίησης, δηλαδή, στένεψαν όχι επειδή έπαψε το παρόν να λειτουργεί ως πρόκληση, αλλά επειδή σταδιακά καταργήθηκε μπροστά στις πολλαπλασιαζόμενες οθόνες το «εμείς» ή καλύτερα έπαψε να ενσωματώνεται και να εκτίθεται ως πένθος μέσα στο ποίημα. Σήμερα, όμως, το αίτημα αυτό είναι επίκαιρο όσο ποτέ.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον λυρισμό, ακόμα και πεζολογώντας, θα πρέπει να θέσουμε στο κέντρο των αναζητήσεών μας μια πολιτική ή καλύτερα μια ηθική κλήση της ποίησης, στην οποία το επικαλούμενο και προσφωνούμενο Εσύ δεν θα είναι απλώς ένα γνωστό υποκείμενο, αλλά ένα πρόσωπο με τέτοιες πολλαπλές προεκτάσεις, που θα δημιουργεί ένα αφηγηματικό και συμβολικό πλεόνασμα νοήματος. Υπ’ αυτή την έννοια, κέντρο του ποιήματος μπορεί να είναι ο μύθος, η Ιστορία, ο Θεός, η ουτοπία ή η επανάσταση. Αλλά πάλι, συνταγές στην ποίηση δεν νομίζω ότι υπάρχουν, μόνο γνώμες…

 

 

Αρχαιότητα και Βυζάντιο, πίστη και διαλεκτική, δοκίμιο και ποίημα, ποίηση και τέχνες, δημόσιος λόγος και συστηματικός διάλογος, ποιητικός και καλλιτεχνικός, από το «Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι», όπου συνομιλείς με τον Δημήτρη Ελευθεράκη και τον Σταμάτη Πολενάκη ως την τελευταία έκθεση με τον Αλέκο Κυραρίνη. Διάλογος όμως και μπαχτινικός, πέραν της δεδομένης και πολύτροπης διακειμενικότητας. Σε οδηγεί μια αισθητική θεωρία ή αυτή φτιάχνεται μέσα από τον λόγο και τα έργα σου;

 

Νομίζω πως όπως διαλέγουμε τους προγόνους μας, ανάλογα διαλέγουμε και τις συντροφιές, τα κείμενα και τα έργα τέχνης που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Για να έχεις μια αισθητική θεωρία πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχεις ταυτότητα, να ξέρεις από πού έρχεσαι και πού πηγαίνεις. Καλό το περίφημο «έργο εν προόδω», αλλά δεν γίνεται μόνο να ορίζεις τη γραφή σου ανάλογα με τις περιστάσεις της δημόσιας συνθήκης ή της ιδιωτικής σου ζωής, ο ποιητής οφείλει να λειτουργεί πρωτίστως μ’ ένα σχέδιο βίου. Άλλες φορές θα του βγει, άλλες φορές όχι. Ο Ελύτης, για παράδειγμα, ενδεχομένως παρεξέκλινε της πορείας του με τον Μικρό Ναυτίλο και τη Μαρία Νεφέλη, όμως δεν πρόδωσε την υπαρξιακή του θεώρηση των πραγμάτων –κι αυτό είναι που τον καθιστά μοναδικό. Και μιλάω για υπαρξιακή και όχι αισθητική θεώρηση, γιατί αυτά είναι αδιαχώριστα –εμένα όταν με ρωτάνε λ.χ. ποιες είναι οι πολιτικές μου πεποιθήσεις τους απαντώ να ανατρέξουν στα ποιήματά μου. Να πω απλώς ότι η δική μου πρόταση βίου διαμορφώθηκε από τα αναγνώσματά μου και κυρίως: από τη γενιά του ’30 και την πρώτη μεταπολεμική γενιά, από τον γαλλικό υπερρεαλισμό και την ισπανόφωνη ποίηση, από μια ανοιχτή θρησκευτικότητα που συνδυάζει πτυχές της παράδοσης με φιλοσοφικά και πατερικά αναγνώσματα, από παράταιρα μουσικά ακούσματα και ζωγραφικές εικόνες. Ο Παπαδίτσας και ο Ροτ, ο Μαγκρίτ και ο Κερτέζ, η Λόλα Φλόρες, ο Νικ Κέιβ και τα κλαρίνα συνυπάρχουν άνετα μέσα στα ποιήματα, εκφράζοντας έναν εξωτικό κόσμο που ακροβατεί ανάμεσα στην Απειλή και το Θαύμα.

 

 

Στην τελευταία σου συλλογή αλλά και στα ποιήματα της έκθεσης με τον Κυραρίνη κάνεις μια στροφή, παρά την αντοχή των υλικών στην ποίησή σου από την αρχή ως σήμερα. Πώς συνδέεται αυτό με την εποχή, του κόσμου και τη δική σου; Μεταιχμιακή εποχή, νέα γλώσσα;

 

Ναι, ισχύει. Μετά το Επαληθεύοντας τη νύχτα ένιωθα πως έκλεινε ένας κύκλος, δηλαδή η τριλογία Μυθικά νερά – Επέτειος – Επαληθεύοντας όπου τον κύριο λόγο είχε η συνομιλία μύθου και Ιστορίας, είτε ελληνικής είτε παγκόσμιας, η κατανόηση και η συμφιλίωση με το παρελθόν, λ.χ. με τον εμφύλιο. Τότε ένιωθα ότι ο μύθος μπορούσε ακόμα να λειτουργήσει διαμεσολαβητικά για να ερμηνεύσει τις αιμάσσουσες πληγές μας αλλά και για να μιλήσει, σε προσωπικό επίπεδο, για το σήμερα. Ύστερα ήρθε η κρίση, οπότε έγινε πλέον επιτακτικό το αίτημα να διατυπώσω σε μια νέα γλώσσα το παρόν, διακινδυνεύοντας βέβαια να εκφραστώ, όπως και άλλοι, με τον εύκολο τρόπο της δημοσιογραφικής καταγγελίας: ο λόγος έγινε πιο άμεσος, πιο εξπρεσιονιστικός, συγχρόνως όμως και αρκετά υπερρεαλιστικός καθώς έπρεπε να περιγραφεί το παράλογο της εποχής, το γεγονός ότι διαχειριζόμαστε την κάθετη πτώση μας χωρίς να μπορούμε να υπολογίσουμε ακριβώς το ποσοστό της ευθύνης που μας αναλογεί σε αυτήν. Για να ονοματίσεις όμως το κακό, αν νιώθεις βέβαια ο ίδιος την ηθική ευθύνη να το πράξεις κι όχι επειδή σου το επιβάλλουν άλλοι, θα πρέπει να πεις για τις σιωπηλές Κυριακές και για τον εργάτη που ντύθηκε Νοέμβριος, να εξηγήσεις ότι στα επείγοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σού απαντά πάντα ένας εξυπηρετικός υπάλληλος ονόματι Γκρέγκορ Σάμσα κι ότι η πόλη σου μοιάζει με άγουρο κοριτσάκι που παίζει μουσική μετρώντας μ’ ένα κουτάλι τους ρόμβους του συρματοπλέγματος που μας περιβάλλει. Δηλαδή ο λυρισμός δεν χάνεται, απλώς μεταμορφώνεται για την περίσταση κι επανέρχεται με άλλο πρόσωπο.

Η νέα συλλογή που ετοιμάζω είναι και πάλι διαφορετική. Ίσως αυτό οφείλεται στη συνειδητοποίηση πως η κρίση θα μας βασανίζει για δεκαετίες ακόμα. Γνωρίζω διαρκώς νέα παιδιά, με διδακτορικά και σημαντική εμπειρία σε ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού, που αναγκάζονται να ζητούν δουλειές κατώτερες των προσόντων τους για να επιβιώσουν. Και η σκέψη μου γυρνάει στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν άνθρωποι με ανάλογα προσόντα έφταναν ως μετανάστες στην Ελλάδα από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ και γίνονταν εργάτες, ταξιτζήδες, παραδουλεύτρες. Εμείς σήμερα ζούμε ανάλογη καταστροφή αλλά δεν το παραδεχόμαστε, φροντίζουμε να την κρύψουμε. Γι’ αυτό και στο νέο βιβλίο επανέρχομαι στο θέμα της πίστης, κρατώντας όμως τον υπερρεαλιστικό τρόπο γραφής.

 

 

Πώς τοποθετείσαι σε όλη αυτή τη συζήτηση περί νέας ποιητικής γενιάς; Μπορούν τα σχήματα να μιλήσουν για την ποίηση;

 

Ο καημός της γενιάς κρύβει έναν καημό για τη χαμένη κοινότητα, για κοινή συμπόρευση, για δυναμική συσπείρωση. Μα πάνω απ’ όλα εκφράζει νοσταλγία: θα θέλαμε να μην είμαστε μοναχικοί λύκοι, ν’ ανήκουμε κάπου όπως ανήκαν και οι επιτυχημένοι ποιητές-μύθοι της γενιάς του ’30. Όμως η λογοτεχνική γενιά, το έχει δείξει μεταξύ άλλων ο Julius Petersen, προϋποθέτει κοινή ημερομηνία γέννησης, κοινές εμπειρίες ή ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός ως συνδετικό κρίκο, ίδιο πάνω-κάτω επίπεδο σπουδών, στενές διαπροσωπικές σχέσεις, κοινό ύφος και λεξιλόγιο, ακόμα και μια ηγετική φυσιογνωμία. Κάποιοι από αυτά τα κριτήρια συντρέχουν σήμερα (κρίση, υψηλό επίπεδο σπουδών), όμως απουσιάζουν οι κοινοί στόχοι και το ύφος, άρα δεν μπορούμε να μιλάμε για «γενιά». Ας αρκεστούμε λοιπόν στο γεγονός ότι σήμερα γράφεται πολύ ενδιαφέρουσα ποίηση, δεν είναι και λίγο.

Αρέσει σε %d bloggers: