Antoine Berman, Πέντε γνωρίσματα της σκέψης του Benjamin

Antoine Berman,

Πέντε γνωρίσματα της σκέψης του Benjamin

―Μετάφραση: Τιτίκα Δημητρούλια―

 

Ο κορμός και το απόσπασμα

 

Walter, Benjamin

Walter, Benjamin

Αν υπάρχει μια «εικόνα» που χαρακτηρίζει το έργο του Benjamin, αυτή είναι η εικόνα του «κορμού», ή και του «αποσπάσματος». Όλα όσα έγραψε κινούνται σε αυτή την λογική. Και την έχει αναλύσει, ενίοτε, θεωρητικά. «Κορμός»: το ακρωτηριασμένο άγαλμα, από το οποίο έχει απομείνει μόνο το κεντρικό τμήμα, το στέρνο, η καρδιά και το φύλο. Ένα ποίημα του Rilke, ένα από τα ελάχιστα ποιήματά του που αγαπούσε ο Benjamin, με τίτλο «Αρχαϊκός κορμός Απόλλωνος»,1 υμνεί την λαμπρή ρώμη αυτής της μορφής, ενός θραυσμένου έργου που ολοκληρώνεται μέσα στη θραύση του.2 Παρά ταύτα, τα κείμενα του Benjamin δεν είναι «αποσπασματικά» υπό την έννοια ότι είναι τάχα «ανολοκλήρωτα». Αλλά μάλλον επειδή το καθένα από αυτά τα κείμενα είναι «ολοκληρωμένο», εντελώς πλήρες και «τελειωμένο», γι’ αυτό ακριβώς είναι επίσης αμετάκλητα αποσπασματικό, είναι «κορμός». Ο αναγνώστης βρίσκεται, κατά μία έννοια, ενώπιον οριστικών σχεδιασμάτων – που παραμένουν εντούτοις σχεδιάσματα. Με αποτέλεσμα ο Benjamin, κάθε φορά που θέλει να αναπτύξει τον έναν ή τον άλλον άξονα της σκέψης του, να αναγκάζεται να τον αναδιατυπώνει πλήρως και με νέο τρόπο. Δεν υπάρχει συνέχεια από το ένα κείμενο στο άλλο υπό την έννοια της προόδου. Ένα κείμενο αναπτύσσεται, ολοκληρώνεται αφεαυτού και σταματά. Ένα άλλο διαγράφει μια παρόμοια κίνηση και εγγράφεται, με τρόπο μη συνεχή, σε έναν οιονεί αστερισμό, μαζί με τα άλλα κείμενα. Το γνώρισμα αυτό απαντά ακόμη και στις επιστολές του, και στις μεταφράσεις του ακόμη, αφού ο Benjamin θεωρεί τις μεταφράσεις του Baudelaire ανεπαρκείς.3

Αυτό ισχύει –τηρουμένων των αναλογιών– για όλα τα κείμενα του Benjamin. Ο γάλλος μεταφραστής της αλληλογραφίας του πολύ σωστά γράφει:

 

Ένα πλέγμα τέλειων κεφαλαίων που διαρκώς διαρρηγνύεται, θα έλεγε κανείς, τα φύλλα ενός βιβλίου που παρέμεινε άγραφο.4

 

Αυτό το παράδοξο ανολοκλήρωτο –στον βαθμό που δεν αποκλείει κάποια ολοκλήρωση– απαντά και σε επίπεδο εννοιών, οι οποίες σπανίως επεξηγούνται ή αναπτύσσονται. Με αποτέλεσμα «κατανοώ» τον Benjamin να σημαίνει αναζητώ τους τόπους όπου μια χ σκέψη εμφανίζεται με άλλες λέξεις, και προσπαθώ να (ανα)συστήσω τον αστερισμό στον οποίο ανήκει η έννοια που χρησιμοποιεί. Ο ίδιος ο Benjamin άλλωστε έκανε τη δουλειά αυτή για τα λαβυρινθώδη Αποσπάσματα του Novalis και του F. Schlegel.

Το ζητούμενο είναι να βρει κανείς τη λανθάνουσα συστηματικότητα της θραυσματικής αυτής γραφής, που αντλεί τη δύναμή της από τη θραύση της.

 

 

Το διάφορο και το αυτό

 

Όταν διαβάζει κανείς τα γραπτά του Benjamin στην ολότητά τους, έρχεται αντιμέτωπος με την απόλυτη πολυμορφία, τόσο σε επίπεδο θεματικών όσο «ειδών». Δύσκολα αναγνωρίζει κανείς στον Μονόδρομο ή στην Βερολινέζικη παιδική ηλικία τον συγγραφέα των θεωρητικών δοκιμίων για τη γλώσσα· δύσκολα αναγνωρίζει στο τάδε άρθρο για τα παιχνίδια την «Αποστολή του μεταφραστή». Αυτή η πολυμορφία δεν ερμηνεύεται από την εξέλιξη της σκέψης του Benjamin και μόνο. Ανάμεσα στην αφαίρεση των σπουδαίων θεωρητικών κειμένων του και την λεπτολόγο αίσθηση του συγκεκριμένου στη Βερολινέζικη παιδική ηλικία υπάρχει μια άβυσσος. Αυτή όμως δεν είναι παρά η μισή αλήθεια: όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο και όποια και αν είναι η μορφή της, η γραφή του Benjamin κινείται στο ίδιο στοιχείο. Έτσι ώστε πρέπει κανείς να αποφανθεί ότι αυτή η σκέψη είναι μαζί ετερογενής και ενιαία. Σ’ αυτό ακριβώς αναφέρεται ένα απόσπασμα από τη Βερολινέζικη παιδική ηλικία, όπου ο Benjamin κάνει λόγο για τις παιδικές του κάλτσες, γυρισμένες έτσι που η καθεμιά τους μοιάζει με «μικρό πουγκί». Σ’ αυτό το πουγκί το μικρό αγόρι ψάχνει την «μέσα κάλτσα». Και τότε διαπιστώνει ότι:

 

[…] η μέσα κάλτσα έχει ξεδιπλωθεί ολόκληρη και έχει βγει από το πουγκί, αλλά το πουγκί δεν υπάρχει πια! Έτσι, πολλές φορές, αλλά όχι για μένα αρκετές, είχα την εμπειρία της αινιγματικής αυτής αλήθειας: η μορφή και το περιεχόμενο, το περίβλημα και αυτό που περιβάλλει, η μέσα κάλτσα και το πουγκί είναι ένα και το αυτό. Είναι ένα πράγμα αλλά μαζί και ένα τρίτο επίσης, είναι αλήθεια: αυτή η κάλτσα, προϊόν της μεταμόρφωσής τους.5

 

 

Νεανικότητα και ωριμότητα

 

Το απόσπασμα που μόλις παραθέσαμε δείχνει πώς η αποκάλυψη της πιο αφηρημένης σκέψης είναι ριζωμένη σε μια συγκεκριμένη –και παιδιάστικη– αντίληψη. Πράγμα που μας οδηγεί (έμμεσα) σε κάτι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε: τα περισσότερα κείμενα του Benjamin γράφτηκαν όταν ήταν νέος, σε μια ηλικία όπου ο Nietzsche, λόγου χάρη, απλώς διατύπωνε συγκεχυμένα τις διαισθήσεις του. Εντελώς διαφορετικός είναι ο Benjamin: από την αρχή σχεδόν, τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια συγκλονιστική ωριμότητα. Το δοκίμιο για τον Hölderlin και οι πρόδρομες της πλέον νεωτερικής κριτικής έννοιές του χρονολογούνται από το 1914, όταν ο Benjamin ήταν 22 χρονών. Το κείμενό του για τη γλώσσα από το 1916 και η «Αποστολή του μεταφραστή» από το 1921· όταν ο Benjamin ήταν δηλαδή 29 ετών. Έγραψε τον κύριο όγκο του έργου του μεταξύ 20 και 40 ετών. Εξαιρετική νεανικότητα-εξαιρετική ωριμότητα, και η δεύτερη μας κάνει συχνά να ξεχνάμε την πρώτη· ιδού άλλο ένα γνώρισμα της γραφής του Benjamin, που δεν είναι άσχετο με το ενδιαφέρον που είχε για τη νεότητα (γράφει μια «Μεταφυσική της νεότητας»6) και την παιδική ηλικία. Όπως επίσης δεν είναι άσχετο με το αποσπασματικό, το ανολοκλήρωτο στοιχείο στα γραπτά του. Πρέπει να διαβάζουμε την «Αποστολή του μεταφραστή» έχοντας στο νου μας πως ο συγγραφέας της είναι ακόμη νέος, και στη μετάφραση, αφού δεν έχει μεταφράσει παρά κάμποσα ποιήματα του Baudelaire.

Η έννοια και η εικόνα

 

Η σκέψη του Benjamin ξεδιπλώνεται σε μια διάσταση ακραίας εννοιακότητας. Θα επανέλθουμε λίγο παρακάτω στην προσίδια σκοτεινότητα αυτής της εννοιακότητας. Το βασικό διακριτικό της, ωστόσο, είναι η εμφάνιση εντός της θεμελιακών εικόνων, εξίσου σκοτεινών. Ο Benjamin σκέφτεται και με εικόνες, οι οποίες με τη σειρά τους στηρίζουν, θα λέγαμε, τη σκέψη του. Στη Βερολινέζικη παιδική ηλικία μιλάει για «εικόνες και αλληγορίες που δεσπόζουν στη σκέψη μου, όπως οι καρυάτιδες στα περιστύλια στις αυλές του παλιού δυτικού Βερολίνου».7 Η «Αποστολή του μεταφραστή» είναι πλούσια σε εικόνες που προβάλλουν ξεκάθαρα πάνω στο φόντο μιας σκέψης που κινείται σε εξαιρετικά αφηρημένο επίπεδο. Εξού η αναγκαιότητα όχι μόνο να ρίξουμε φως στον εννοιακό «λαβύρινθο» που συνιστά ο στοχασμός του Benjamin, αλλά και να φωτίσουμε τις «εικόνες» που τον διανθίζουν. Το ίδιο ισχύει και για τον Μονόδρομο που προαναφέραμε, όπου η σχέση ανάμεσα στο σχόλιο και τη μετάφραση του έργου ορίζεται μαζί εννοιακά (αλλά χωρίς επεξήγηση) και μεταφορικά. Το συγκεκριμένο κείμενο είναι πράγματι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της γραφής του Benjamin.

Θεωρούμε ότι θέτει το ερώτημα: γιατί η ουσία της μετάφρασης μπορεί, όπως φαίνεται, να φωτιστεί καλύτερα με εικόνες και όχι με έννοιες; Γιατί τόσο συχνά ορίζεται –και όχι μόνο στον Benjamin– με μεταφορές;

Οι μεταφορές και οι εικόνες ωστόσο δεν την ορίζουν απλώς: εν προκειμένω, την ορίζουν με τρόπο αδιαφανή, σκοτεινό.

 

 

Σκοτεινότητα και καταυγασμός

 

Η σκοτεινότητα των κειμένων του Benjamin εντυπωσιάζει όλους ανεξαιρέτως τους αναγνώστες του. Κατά κάποιο τρόπο, δεν τα καταλαβαίνει ποτέ κανείς «πλήρως». Εντούτοις, τα κείμενα του Benjamin είναι «καταυγαστικά». Ποια είναι η φύση αυτού του καταυγασμού που συνδέεται ουσιωδώς με τη σκοτεινότητα; Αυτό παραμένει ανεξιχνίαστο. Ο Benjamin χαρακτηρίζεται από μια επιθυμία εσωτερισμού. Αυτή την επιθυμία, όμως, δεν την ελέγχει. Παρότι, υπό μία έννοια, την θεωρητικοποίησε. Ο εσωτερισμός αυτός μπορεί να συσχετιστεί με διάφορους παράγοντες.

Ο πρώτος είναι ότι η γραφή του Benjamin δεν συνδέεται με κάποια σχολή. Μπορεί να έχει συνομιλητές, όπως ο Scholem, o Hoffmannsthal ή ο Adorno, αλλά η σκέψη του ξεδιπλώνεται στη μοναξιά. Είναι, όπως θα λέγαμε, κλεισμένη στον εαυτό της.

Με το κλείσιμο αυτό σχετίζονται δύο κατηγορίες θεμελιακές στον Benjamin, τόσο στη ζωή όσο και στο έργο του: το μυστικό και το μυστήριο. Έτσι εμφανίζονται άλλωστε στο έργο του. Πολύ πρώιμα, γράφει στον Buber:

 

Κάθε σωτήρια διεργασία που προκαλεί ένα γραπτό […] θεμελιώνεται στο μυστήριό του (της λέξης, της γλώσσας).8

 

Σε άλλο σημείο –στη διατριβή του για το γερμανικό μπαρόκ δράμα– λέει:

 

[…] η αλήθεια δεν είναι το φανέρωμα που καταστρέφει το μυστήριο, αλλά η αποκάλυψη που το δικαιώνει.9

 

Αυτή η οιονεί ιεροποίηση του μυστηρίου –της γλώσσας ως μυστηρίου– δεν αντιβαίνει προς την επιθυμία για διάλογο. Αλλά απορρίπτει την «επικοινωνία» με την τρέχουσα έννοια, η οποία βασίζεται στην υιοθέτηση κοινών τόπων. Δεν υπάρχουν κοινοί τόποι στον Benjamin, καμία προσπάθεια να ανοίξει τη σκέψη του στον αναγνώστη. Στην ίδια επιστολή στον Buber γράφει:

 

Όσον αφορά όμως τη δημιουργία μιας επίδρασης, τόσο στην ποιητική όσο και στην προφητική και την αντικειμενική λογοτεχνία, δεν μπορώ να την αντιληφθώ παρά ως μαγική και μόνο, σα να λέμε δηλαδή μη-μεσολαβήσιμη […] Με όσους διαφορετικούς τρόπους κι αν εμφανίζεται η δραστικότητα της γλώσσας, δεν έχει ωστόσο να κάνει με τη μετάδοση περιεχομένων, αλλά με την ανάδειξη με τον πλέον διαυγή τρόπο της αξιοπρέπειας και της ουσίας της.10

 

Με άλλα λόγια (πρέπει να υπογραμμίσουμε τη «διαύγεια» που επανέρχεται ξανά και ξανά στον Benjamin σε σχέση με τη γλώσσα), η γλώσσα δεν πραγματώνεται παρά ως reine Sprache, rein, το καθαρός εδώ δηλώνει την άρνησή της να μεταβιβάσει οτιδήποτε, να εκφράσει οτιδήποτε, να σημάνει οτιδήποτε, την άρνηση να εισέλθει στη σφαίρα της αναφορικότητας. Αλλά η γλώσσα ως καθαρή γλώσσα υπάρχει με τον τρόπο του μυστηρίου και –στον βαθμό που δρα– της μαγείας. Η έννοια της μαγείας είναι στον Benjamin ένα απροσδόκητο σύστοιχο της έννοιας του «μυστηρίου». Η λέξη δημιουργεί ενδεχομένως εκπλήσσει.

Μαγικό είναι αυτό που ασκεί μια επίδραση χωρίς καμία μεσολάβηση. Όλα τα κείμενα του Benjamin είναι γραμμένα στο επίπεδο μαγείας της γλώσσας, χωρίς τη μεσολάβηση δηλαδή συλλογισμών και αποσαφηνίσεων. Πραγματεύονται τις έννοιες καθιστώντας τις αρχικά αδιαφανείς, αποσπώντας τις δηλαδή από τη σφαίρα των κοινών τόπων. Σε ένα δεύτερο χρόνο, τις καθιστούν πιο εύγλωττες, ή πιο διαφωτιστικές. Ο Benjamin δανείζεται όλες σχεδόν αυτές τις κατηγορίες από την παράδοση, αλλά τις επεξεργάζεται έτσι ώστε πρακτικά να μην μπορούν να αποκωδικοποιηθούν, να γίνουν ερμητικές. Στο πλαίσιο του ερμητισμού αυτού, τα κείμενά του ακτινοβολούν. Ο Benjamin γράφει με απόλυτη επίγνωση του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού της σκέψης του. Το εξηγεί στον Hoffmansthal:

 

[…] προσπάθησα, εδώ και χρόνια, να ελευθερώσω τις αρχαίες λέξεις «μοίρα» και «χαρακτήρας» από τη σημασία τους και να συλλάβω ως σύγχρονη την καταγωγική τους ζωή, κατά το πνεύμα της γερμανικής γλώσσας. Αυτή η δοκιμή όμως μου επιτρέπει σήμερα να δω με τον πλέον διαυγή τρόπο σε ποιες ανυπέρβλητες δυσκολίες προσκρούει ένα τέτοιο εγχείρημα. Εκεί ακριβώς όπου η νόηση αποδεικνύεται ανίκανη να διαρρήξει το σκληρό κέλυφος της έννοιας, μπαίνει στον πειρασμό, προκειμένου να μην οπισθοδρομήσει στη βαρβαρότητα της στερεοτυπικής γλώσσας, όχι να σκάψει στο βαθύτερο υπόστρωμα της γλώσσας και της σκέψης αλλά να το εξιχνιάσει […] Αυτή η υπερβολική θεωρητική επιθυμία […] ζημιώνει αδιαμφισβήτητα αυτό το υποθετικό άρθρο [«Πεπρωμένο και χαρακτήρας»11] και σας παρακαλώ ειλικρινά να πιστέψετε, αν υπό την έννοια αυτή, βρίσκω μέσα μου την αιτία για ορισμένα από τα σκοτεινά σημεία του.12

 

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι οι λέξεις να αποκτήσουν μια «αύρα». Στην αύρα συναιρούνται η λάμψη και η σκοτεινότητα. Ο Benjamin κάνει λόγο όσον αφορά τον Friedrich Schlegel για «μυστικό λεξιλόγιο». Το ίδιο ισχύει και για τον Benjamin, ειδικά αν στη λέξη «μυστικός» εννοήσουμε και τη λέξη «μυστήριο». Το λεξιλόγιο αυτό οργανώνεται ως ημιτελής λαβύρινθος.

 

  • Κορμός και απόσπασμα
  • Αυτό και έτερο
  • Νεανικότητα και ωριμότητα
  • Εικόνα και έννοια
  • Σκοτεινότητα και καταυγασμός

 

Πρέπει να συγκρατήσει κανείς στο νου του αυτές τις πέντε διαστάσεις, διότι τις ξαναβρίσκουμε όλες στην «Αποστολή του μεταφραστή». Πολλώ μάλλον καθώς ορισμένοι κριτικοί μέμφθηκαν τον «κρυπτικό», όπως τον ονομάζουν χαρακτήρα του εν λόγω κειμένου, θεωρώντας τον μία φενάκη που καλύπτει απλές κοινοτοπίες. Η «Αποστολή του μεταφραστή» είναι κρυπτική με μία ιδιαίτερη σημασία, αυτή που οι Nicolas Abraham και Maria Torok προσέδωσαν στην «κρύπτη».13 Η «Αποστολή του μεταφραστή» είναι μια κρύπτη, στον βαθμό όπου η ουσία της μετάφρασης είναι εντός της φανερή και κρυφή. Ο Benjamin μετέτρεψε ένα κείμενο για τη μετάφραση σε κρύπτη, προκειμένου να είναι σύστοιχο προς την «απείρως αινιγματική φύση της μετάφρασης», όπως την ονόμαζε στο διδακτορικό του για τον γερμανικό Ρομαντισμό.

Από αυτόν τον «κρυπτικό» χαρακτήρα του κειμένου του προκύπτει η αναγκαιότητα του σχολίου. Είναι ο μόνος τρόπος ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη στην «Αποστολή του μεταφραστή». Σήμερα, το κείμενο αυτό παρατίθεται συχνά ως πρώτη αλήθεια. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να το «παραθέτει», διότι καμία από τις αποφάνσεις του δεν μπορεί να αποσπαστεί χωρίς να χάσει αυτόματα το έρεισμα και το θεμέλιό της. Η «Αποστολή του μεταφραστή» δεν μπορεί ούτε να παρατεθεί ούτε να συνοψιστεί. Αλλά μπορεί να σχολιαστεί. Αυτή η αδυναμία παράθεσης, σύνοψης και, αντίθετα, η δυνατότητα σχολιασμού του εν λόγω κειμένου αποτελούν ουσιώδεις διαστάσεις του, τις οποίες πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη στην ανάλυση του περιεχομένου του.

 

 

[Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από ένα σεμινάριο του μεγάλου μεταφρασεολόγου Antoine Berman (1942-1991) στο Διεθνές Κολλέγιο Φιλοσοφίας στο Παρίσι για το μείζον κείμενο του Walter Benjamin «Η αποστολή του μεταφραστή», πρόλογο στη μετάφρασή του του Baudelaire. Το σεμινάριο αυτό εκδόθηκε με βάση τις σημειώσεις και τις απομαγνητοφωνήσεις του από τη σύντροφο του Berman, την Isabelle, μετά τον θάνατό του, το 2008, σε ένα τομίδιο με τίτλο L’âge de la traduction (Presses Universitaires de Vincennes). Στο απόσπασμα που δημοσιεύουμε, ο Berman διαβάζει ποιητικά και αποσπασματικά έναν εξίσου ποιητικό και αποσπασματικό λόγο, τον κρυπτικό, μυστικό και διαλάμποντα λόγο του Benjamin, αναδεικνύοντας κάποιες παραμέτρους που λειτουργούν οδηγητικά για την κατανόησή του. Ελπίζουμε ότι σύντομα θα εκδώσουμε ολόκληρο το σεμινάριο, αποδίδοντας φόρο τιμής τόσο στον Walter Benjamin, του οποίου οι θέσεις είναι σήμερα πιο επίκαιρες από ποτέ, όσο και στον Antoine Berman και την τεράστια συνεισφορά του στον λόγο της μετάφρασης. Το κείμενο του Benjamin έχει δημοσιευτεί αρκετές φορές και προσφάτως αυτοτελώς από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση. Γ. Σαγκριώτη.]

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Rainer Maria Rilke, Oeuvres II, μετ. Jacques Legrand, Seuil, Paris, 1972, σ. 227. Βλ. το ποίημα σε μετάφραση του Κ. Κουτσουρέλη http://goo.gl/IHR25x.
  2. Ο Benjamin γράφει: «Αρχική η ολοκλήρωση του έργου γίνεται μόνο με τη θραύση του, ώστε να γίνει ένα έργο θρυμματισμένο, ένα απόσπασμα του πραγματικού κόσμου, το απομεινάρι ενός συμβόλου», στο Walter Benjamin, Goethes Wahlverwandtschaften, in Gesammelte Schriften, Surkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1972, I, I, σ. 123-201. Γαλλική μετάφραση του Maurice Candillac, Les Affinites Electives de Goethe », Mythe et violence, Denoel/Les Lettres Nouvelles, 1971, σ. 161-260, σ. 234. «Απομεινάρια ενός συμβόλου», έτσι αποκαλεί ο Benjamin τις φυσικές γλώσσες στην Αποστολή του μεταφραστή. [οι μεταφράσεις των παραθεμάτων δικές μας].
  3. Ο Berman επανέρχεται στο ζήτημα αυτό στην ενότητα «Ο Benjamin μεταφραστής».
  4. Walter Benjamin, Correspondance, II, Aubier, Paris, 1979, σ. 346.
  5. Walter Benjamin, Une enfance berlinoise, in Sens uniques, μετ. Jean Lacoste, Paris, Maurice Nadeau, 1988, σ. 104. (Πρωτότυπη έκδοση Berliner Kindheit, in Gesammelte Schriften, ό.π., IV, 1, σ. 235-304.
  6. Το πρωτότυπο του κειμένου αυτού έχει χαθεί, αλλά υπάρχει ένα αντίγραφό του, πιθανώς ημιτελές, από τον Gerschom Scholem: Metaphysik der Jugend, in Gesammelte Schriften, ό.π., II, I, σ. 91-104. Το πρώτο μέρος του κειμένου έχει μεταφραστεί από τους Philippe Lacoue-Labarthe και Jean-Luc Nancy με τίτλο «Ο διάλογος» στο τεύχος 6 του περιοδικού Alea, Christiqn Bourgois, 1985.
  7. Walter Benjamin, Une enfance berlinoise, ό.π., σ. 128.
  8. Walter Benjamin, Correspondance, I, ό.π., σ. 117.
  9. Walter Benjamin, Ursprung des deutschen Traumspiels, in Gesammelte Schriften, ό.π., I, 1, σ. 203-430. [Γαλλική μετ. Sibylle Muller: Origine du drame baroque allemand, Flammarion, Paris, 1985, σ. 28.]
  10. Walter Benjamin, Correspondance, I, ό.π., σ. 117.
  11. Walter Benjamin, Schiksal und Character, in Gesammelte Schriften, ό.π., I, 1, σ. 171-179. [Γαλλική μετ. Maurice Candillac: «Destin et caractère», in Mythe et violence, ό.π., σ. 151-159.]
  12. Walter Benjamin, Correspondance, I, ό.π., σ. 301-302. [Μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη από τον Antoine Berman.]
  13. Nicolas Abraham & Maria Torok, L’écorce et le noyau, Flammarion, Paris, 1978.
1 σχόλιο

One thought on “Antoine Berman, Πέντε γνωρίσματα της σκέψης του Benjamin

  1. Παράθεμα: ΝΕΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ |

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: