Ταντέους Ρουζέβιτς

Ταντέους Ρουζέβιτς

Ταντέους Ρουζέβιτς

Ταντέους Ρουζέβιτς
­

Εισαγωγή-απόδοση: Βασίλης Καραβίτης­

Ο Ταντέους Ρουζέβιτς (1921) μαζί με τη Β. Σιμπόρσκα και τον πρόωρα χαμένο Χέρμπερτ συμπληρώνει τη λαμπρή τριάδα των κορυφαίων μεταπολεμικών ποιητών της Πολωνίας που επέδρασαν καταλυτικά στις γενιές των νεωτέρων πολωνών ποιητών και διαμόρφωσαν τις τάσεις και τις κατευθύνσεις της σύγχρονης πολωνικής ποίησης.
Τα ποιήματα που ακολουθούν περιέχονται στον συγκεντρωτικό τόμο με τίτλο Ήλθαν να δουν έναν ποιητή, τον οποίο επιμελήθηκε, μεταφράζοντας στ’ αγγλικά απ’ το πολωνικό πρωτότυπο τη δική του επιλογή, ο σχεδόν μόνιμος μεταφραστής του Adam Czerniaski (εκδόσεις Anvil, Λονδίνο, 1991).
Από τις πολλές ποιητικές συλλογές του Ρουζέβιτς (υπερβαίνουν τις 25), ο μεταφραστής επέλεξε χαρακτηριστικά ποιήματά του από 16 ποιητικές συλλογές του, που καλύπτουν χρονικά την περίοδο 1947-1989. Στα χρόνια αυτά αναδύθηκε από τον ποιητή και διαμορφώθηκε η απόλυτα προσωπικά, απογυμνωμένη στο έπακρο και αφαιρετική (ενίοτε κρυπτική) κι ωστόσο τρυφερή σαν παιδική ανάσα ποιητική του φόρμα, που απηχεί τη «χαρούμενη απόγνωση» και εγρήγορση ενός βαθύτατα στον ανθρώπινο πυρήνα της μοραλίστα. Η ποιητική αυτή διαδρομή συνεχίζεται μέχρι σήμερα από τον ακάματο, παρά την ηλικία του, ποιητή και σε άλλα σύνθετα επίπεδα ώριμης πάντοτε και κατασταλαγμένης ποίησης (Βλ. περισσότερα στον τόμο Τ. Ρουζέβιτς, ποιήματα, Διαγώνιος 1978 και Συγκομιδή, τόμος Β, «Σύγχρονοι ξένοι ποιητές», εκδόσεις Γνώση, 1989, σε δική μας απόδοση πάντοτε, στα ελληνικά).

Ήλθαν να δουν έναν ποιητή
(ποιήματα 1947-1988)
Μία επιλογή

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ

Δεν εξηγεί τίποτα
δεν διευκρινίζει τίποτα
δεν κάνει θυσίες
δεν αγκαλιάζει τα πάντα
δεν εκπληρώνει ελπίδες

δεν δημιουργεί νέους κανόνες
δεν συμμετέχει στο παιχνίδι
έχει ένα καθορισμένο πεδίο
που πρέπει να καλύψει

αν δεν είναι μια γλώσσα σκοτεινή
αν μιλά χωρίς πρωτοτυπία
αν δεν προσφέρει εκπλήξεις
είναι προφανώς επειδή
έτσι θα έχουν τα πράγματα
υπάκουη στα ίδια της τα προστάγματα
στις δυνατότητες και τις δεσμεύσεις της
χάνει ακόμα και ενάντια στον εαυτό της

δεν σφετερίζεται τα χωράφια κάποιας άλλης ποίησης
ούτε μπορεί ν’ αντικατασταθεί από κάποιαν άλλη,
είναι ανοιχτή σε όλους
χωρίς ίχνος μυστηρίου
έχει πολλά καθήκοντα
που ποτέ δεν θα εκπληρώσει
ΑΠΟ ΜΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ημερομηνία γέννησης
τόπος γέννησης
Ραντόμσκο 1921

μάλιστα
αυτό το φύλλο
απ’ το σχολικό τετράδιο του γιου μου
περιέχει την βιογραφία μου
υπάρχει λίγος χώρος ακόμα
κάτι κενά

διέγραψα μόλις δυο φράσεις
αλλά πρόσθεσα μιαν άλλη
μετά θα το ξαναγράψω
συνοπτικά

ρωτάς για τα πιο σημαντικά γεγονότα
και ημερομηνίες
της ζωής μου
ρώτησε άλλους

η βιογραφία μου σχεδόν τελείωσε
άλλοτε καλύτερα
άλλοτε χειρότερα
ΑΝΑΤΟΜΗΜΕΝΟΣ

Όλα, μνήμες εικόνες αισθήματα γνώσεις
ιδέες εμπειρίες που με συγκρατούσαν
δεν δένουν δεν φτιάχνουν ένα σύνολο
μέσα μου
κάποτε μόνο με πλησιάζουν προσεγγίζουν στην όχθη
της μνήμης μου, αγγίζουν το δέρμα μου
αγγίζουν απαλά με γαμψά νύχια
δεν θα υποκριθώ
δεν συνιστώ ένα σύνολο έχω διαλυθεί κι ανατομηθεί
ποιος θα καταδεχθεί να σκύψει σ’ αυτά τα συντρίμμια
εγώ ο ίδιος είμαι τόσο απασχολημένος
ποιος μπορεί ν’ αναθυμηθεί τη μέσα μου όψη
σ’ αυτό τον πυρετό μέσα στη φούρια
σ’ ένα πέρασμα όπου χιλιάδες πόρτες ανοίγουν και κλείνουν
ποιος θ’ αναπλάσει μια μορφή
που δεν άφησε ίχνος στην άσπρη κιμωλία
ή το μαύρο κάρβουνο
εγώ ο ίδιος
όταν ξάφνου αναρωτιέμαι
δεν μπορώ να θυμηθώ

κάποιοι λένε πως είμαι ζωντανός

 

 

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Στο φως της ημέρας
ήταν ευτυχισμένος σαν ένα πουλί
ανάμεσα στα λαμπερά σπαθιά του ήλιου
με ραβδώσεις από αίμα

ένας κίτρινος μέλανος ακτινοβολούσε
στον περιστρεφόμενο καπνό σαν το
μάτι ενός δράκοντα

το αγόρι θαρρούσε πως ήταν πουλί
έτρεχε μες στα πράσινα λιβάδια
φωνάζοντας δυνατά

τη νύχτα με καταδιώκει
ο κοφτός ανασασμός του

το τραπέζι όπου αναπαύω
το κεφάλι μου
είναι το κούτσουρο
ενός πεσμένου δέντρου

 

ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΘΟΥΣ

Έφτυναν τον ποιητή
για αιώνες
θα καθαρίζουν τη γη και τ’ αστέρια
για αιώνες
θα καθαρίζουν τα δικά τους πρόσωπα

Ένας ποιητής θαμμένος ζωντανός
είν’ ένας υπόγειος ποταμός
περισώζει μέσα του
φυσιογνωμίες ονόματα
ελπίδα και πατρίδα

Ένας εξαπατημένος ποιητής
ακούει φωνές
ακούει την ίδια τη φωνή του
κοιτάζει γύρω του
σαν κάποιος που ξύπνησε
μες στ’ άγρια χαράματα

Όμως το ψέμα του ποιητή
είναι πολύγλωσσο
τόσο μνημειακό
όσο κι ο Πύργος της Βαβέλ

είναι τερατώδες
και δεν πεθαίνει
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΡΥΜΜΕΝΟ

Το πρώτο δέντρο

δεν θυμάμαι
τ’ όνομά του
ούτε το τοπίο
όπου φύτρωσε

δεν θυμάμαι
αν έφθασα να το γνωρίσω
με το μάτι μου
ή με τ’ αυτί μου
αν ήταν ένα θρόισμα
μια μυρωδιά ή μια απόχρωση

αν φανερώθηκε
στο σεληνόφως
ή στο χιόνι

το πρώτο ζώο

δεν θυμάμαι
τη φωνή τη ζέστα του
τη μορφή του

όλα τα ζώα
έχουν ονόματα δικά τους

μόνο εκείνο το πρώτο
κρύβεται
ανώνυμο
ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Δύο ποιήματα
ξεχύνονται απ’ τη νύχτα
ρίχνονται το ένα
πάνω στο άλλο

ο φόρμα τους
είναι μοντέρνα
ξεκάθαρη
το εσωτερικό τους φωτισμένο,
άνετο και πειραματικό

πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο
τυφλά

εικόνες
άναρχες
σπασμένες
τεντωμένες
διαλυμένες
διεισδυτικές
φόρμες βραχύβιες
συντρίβουν το στίχο
πνιγμένες αναπνοές
εξαρθρώνουν λέξεις
διαλύουν φυσιογνωμίες

μία σύγκρουση
ένα καινούριο ποίημα
ένα τρίτο ποίημα
γεννημένο απ’ την αγωνία
διαρρέει
στα εμβρυικά νερά
της ανθρωπότητας

το νέο ποίημα
μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο
κρυμμένο
ορθώνεται ξαφνικά
έτοιμο να βλαστήσει
(1967)
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Κάποιος πρέπει
να μετακινήσει λέξεις
αργά προσεκτικά

ν’ απογυμνώσει την εικόνα απ’ την εικόνα
τα χρώματα απ’ τα σχήματα
τα αισθήματα απ’ τις εικόνες
ως τον πυρήνα
ως τη γλώσσα του πόνου
μέχρι θανάτου

Κάποια ποιήματα
είναι βαθιά
άλλα ρηχά
κάποια εκτινάσσονται
στην επιφάνεια
από τη γνώση τη συνήθεια
διάφανα κρυστάλλινα
ακτινοβόλα
όπως το φως
κι άλλα είναι
ονειρικά αινίγματα
σκοτεινά
(1974)
ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Οι νεκροί θυμούνται
την αδιαφορία μας
οι νεκροί θυμούνται
τη σιωπή μας
οι νεκροί θυμούνται
τις λέξεις μας

οι νεκροί βλέπουν τις προβοσκίδες μας
να γελάνε μέχρι τ’ αυτιά τους
οι νεκροί βλέπουν
τα κορμιά μας να τρίβονται
το ένα πάνω στ’ άλλο
οι νεκροί ακούνε
γλώσσες που κακαρίζουν

οι νεκροί διαβάζουν τα βιβλία μας
παρακολουθούν τις ομιλίες μας
που εκφωνήσαμε χρόνια τώρα

οι νεκροί χτενίζουν προσεκτικά
τις διαλέξεις μας
συμμετέχουν σε προηγούμενες
τελειωμένες συζητήσεις

οι νεκροί βλέπουν τα χέρια μας
να ορθώνονται για χειροκρότημα
οι νεκροί βλέπουν στάδια
σύνολα και χορωδίες
να δημηγορούν ρυθμικά

όλοι οι ζωντανοί είναι ένοχοι

παιδιά μικρά που πρόσφεραν
μπουκέτα από λουλούδια
είναι ένοχα
ένοχοι είναι οι εραστές
ένοχοι οι ποιητές
ένοχοι εκείνοι που έτρεξαν μακριά
κι εκείνοι που έμειναν

εκείνοι που είπαν ναι
εκείνοι που είπαν όχι
κι εκείνοι που δεν είπαν τίποτα

οι νεκροί απογράφουν και αποτιμούν
τους ζωντανούς
οι νεκροί δεν θα μας παλινορθώσουν

(1967)

 

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: