Νεο-γοτθικά ινδάλματα: για τον Μίλτο Σαχτούρη

Μίλτος Σαχτούρης

Μίλτος Σαχτούρης

Νεο-γοτθικά ινδάλματα:
για τον Μίλτο Σαχτούρη
­

Θοδωρής Ρακόπουλος­

 

Ο κριτικός λόγος στην Ελλάδα πάσχει από τον φόβο για έγκλημα καθοσιώσεως από την μία και από τον μανιχαϊσμό της ψηφιακής δημοκρατίας από την άλλη (I Like/I don’t Like). Πρόκειται εν πολλοίς για τη λογική «αυτή είναι η γνώμη μου, επειδή έτσι αισθάνομαι» (έκκληση στο θυμικό) κι η παρεοκρατική ανταλλαγή φιλοφρονήσεων οριζοντίως (στη συγχρονία) και η υμνολογία «των παλιών» καθέτως (στη γενεαλογία). Λίγοι είναι οι κριτικοί που συναισθάνονται (και δουλεύουν προς) την κατεύθυνση μιας γραμματολογίας (μόνο ο Δάλλας κι ο Βούλγαρης μου έρχονται στο μυαλό, αλλά υπάρχουν κι άλλοι, ανάμεσα σε νεότερους).
Στα Ποιητικά, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια σειρά από κάπως πιο τολμηρά, κριτικά κείμενα για την συγχρονία και την γενεαλογία. Προσωπικά, θα ασχοληθώ, με όποια ευθύνη μπορεί και πρέπει να επωμιστεί αυτός που το κάνει, με την συζήτηση για την ποίησή μας ενταγμένη σε ευρύτερα συγκείμενα: φανταστικά, δυνητικά, ακόμη και παράδοξα. Η έννοια εξάλλου του αλλόκοτου, του γκροτέσκου και του κριτικά τολμηρού, δεν θέλγει απλά: στοιχειοθετεί σε μεγάλο βαθμό τον αισθητικό άξονα της σύγχρονης Ελλάδας.
Στο παρόν δοκίμιο θα προσπαθήσω να δείξω, σύντομα, προς μία στρεβλή κατεύθυνση ανάγνωσης του Μίλτου Σαχτούρη. Η πρόσληψή του, η επιρροή που άσκησε (περισσότερο, νομίζω, ως μορφή και λιγότερο ως ποίηση) είναι σημαντικότερη από την ίδια την ποίησή του. Ο Σαχτούρης δεν ευθύνεται για την άναρθρη επιτρεπτικότητα που αφορά μεγάλη παραγωγή της σύγχρονής μας ποίησης (εννοώ: την ευκολογραφία στη βάση μικροεικονοποιείας), αλλά η τελευταία, «πατάει» στο έργο του.
Γνώμη μου είναι πως αν δώσουμε προσοχή καταρχάς στην τοποθέτηση του Σαχτούρη στο ποιητικό μας σκηνικό, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να επανακατατάξουμε την αναγκαιότητα (επαν)ανάγνωσής του στην αρχιτεκτονική της ποίησης στον νέο αιώνα. Το σκεπτικό πίσω από μια τέτοια επιλογή είναι πως η εν λόγω συντελεσμένη ποίηση, μετρά ήδη πολυποίκιλη παραγωγή που συχνά ομνύει στο σαχτουρικό όραμα.
Ας ξεκινήσω με μια αδρομερή κωδικοποίηση κάποιων «θέσεων», σχεδόν υπό μορφήν apercus. Σκοπός μου είναι, με την ακόλουθη συνθηματολογία, να υπογραμμίσω το μετέωρο της κατάταξης του Σαχτούρη γραμματολογικά και, ακόμη, στην ιδεολογικά συσταμένη ακροστιχίδα της νεοελληνικής ΠΟΙΗΣΗΣ (όπου, ένα τουλάχιστον από τα Σ του ακρώνυμου, ανήκει στον Σαχτούρη). Το μετέωρο συνίσταται στην καταστατική αντίθεση ανάμεσα στην εκτίμηση του ποιητή και στην αντικειμενική του αποτίμηση.
Ο Μίλτος Σαχτούρης είναι, θα το πω προκλητικά κι ίσως εταστικά, ο σημαντικότερος μεταπολεμικός ποιητής μας. Κι αυτό διότι:

1. Υπήρξε πρωτότυπος, με νέα γλώσσα και δικό του σύμπαν.
2. Υπήρξε ριζωμένος σε μια αναγνωρίσιμη ελληνική παράδοση (δημοτικό τραγούδι).
3. Είχε σοβαρές επιρροές (ποιητικές και εικαστικές) από το εξωτερικό, επιτέλους – και η ίδια δικη του ποίηση έχει μια μεταφρασιμότητα που κερδίζει.
4. Ανέπτυξε επιρροή ολοδική του στην γενιά του ’70 (ίσως όσο κανένας, εκτός από τον Καρυωτάκη) αλλά και στην δική μου γενιά (αν αυτό έχει σημασία).
5. Τον αγκάλιασε το ευρύ κοινό.

Είναι, ταυτόχρονα, από τους ποιητές που εύκολα και (κατ’εμέ) δικαιολογημένα, κανείς μπορεί να παρακάμψει και ακόμη και να αντιπαθήσει, διότι:

1. Είναι εμμονικός με μια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική του ποιήματος (λιτότητα, απέριττο, μινιμαλισμός) και με την άγρια εικονοποιία (είναι, βασικά, εικαστικός ποιητής: fauve και εξπρεσιονιστής).
2. Το λεξιλόγιο και οι ρυθμοί του είναι φτωχά, επαναλαμβανόμενα και (κάποτε) ανιαρά.
3. Είναι (άρα) άτολμος, (επειδή) είναι συνεπής.
4. Η επιρροή του στους πιο νέους συνίσταται συχνά σε αντιγραφή του κλίματος του (όπως συμβαίνει και με τον Καρούζο) και δεν είναι πράγματι ουσιαστική και μετουσιώσιμη. (Ναι, το χρεώνεται ΚΑΙ ο ποιητής το βάρος του μέλλοντος του).
5. Το ευρύ κοινό είδε σε αυτόν ένα μοντέλο ποίησης μανιερισμού – άρα όχι απαιτητικό.

Η σαχτουρική επιρροή, μαζί με την καρουζική, συστήνουν μια δίκοπη σκυτάλη, για την γενεαλογία της ποίησής μας, όντας οι δύο πιο επιδραστικοί (αλλά και από τους πιο ιδιότυπους) ποιητές μας, στους νεότερους ποιητές σήμερα. Αντί κι έναντι σε αυτό το κλίμα, ίσως μπορούμε να προτείνουμε νέες αναγνώσεις και πλαισιώσεις του Σαχτούρη. Νομίζω, για παράδειγμα, πως ο τρόπος που κατανοούμε την ποιητική του θα μπορούσε ίσως να ευεργετηθεί από μια απόπειρα αντιστοίχισης του σαχτουρικού κόσμου με την ευρωπαϊκή παράδοση της γοτθικής ατμόσφαιρας, ένα στοιχείο που -ίσως- δεν έχει ακόμη εξερευνηθεί σε βάθος. Νομίζω πως μπορεί μια τέτοια ανάγνωση να εκκινεί από την φασματική διάσταση της σαχτουρικής ματιάς και κοσμολογίας: κι εδώ, το φάσμα έχει την έννοια του φαντάσματος, του αποτρόπαιου, του σκοτεινού, αλλά και του τερατώδους.
Προσοχή: Δεν λέω πως ο Σαχτούρης επηρεάστηκε από την γοτθική/βικτωριανή λογοτεχνία. Ας είμαστε ξεκάθαροι: δεν την γνώριζε. Δεν διάβαζε αγγλικά. Άλλος είναι ο στόχος εδώ. Το γοτθικό μυθιστόρημα υποβάλλει μια αχλύ κατάπτωσης και αμφιβολίας για τις αξιώσεις και τις αξίες του Δυτικού πολιτισμού, ακριβώς στην κορύφωση της επέκτασής του: λίγες δεκαετίες μετά την Γαλλική Επανάσταση, με την εμπέδωση και την εμβάθυνση των δημοκρατικών αρχών στην Ευρώπη (με τα όποια πισωγυρίσματα και παλινορθώσεις, βλ: Μαρξ, ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία), στην πλήρη εξέλιξη της βιομηχανικής έκρηξης στη Βόρεια Αγγλία, και με την επέκταση τόσο του πολιτικού οράματος όσο και -κυρίως- της οικονομικής «ανάπτυξης» στον «υπόλοιπο κόσμο» (με την δεύτερη να παραμερίζει το πρώτο κι ενίοτε να το υποθάλπει). Ο αγγλικός (και -λιγότερο- ο γαλλικός, ο ολλανδικός κτλ.) ιμπεριαλισμός, η επέκταση στην Αφρική και την Ασία, σηματοδοτούν την συνεχή κρούση των βικτωριανών αξιών απέναντι στις πόρτες (για να μην πω τη συνεχή σύγκρουση στους σκοπέλους) της Ετερότητας. Το Άλλο στην μαύρη ήπειρο είναι δυσχερώς διαχειρίσιμο: τα αποικιακά «υποκείμενα» (κι εδώ η φουκωική subjectisement αποκτά διττή έννοια ερήμην του Φουκώ) παραείναι διαφορετικά. Η αποικιακή ματιά «στους δίπλα», στους παράξενους λευκούς της χερσονήσου του Αίμου, είναι πιο προσληπτή από την τάξη που παρακολουθεί με αγωνία, και σχετική αμφιθυμία, την Ετερότητα στο πλάι του Βικτωριανού «κλέους»: την αριστοκρατία.
Πίσω στο θέμα μας: η εικόνα όχι ως σύμβολο, αλλά ως πραγματικότητα, η ίδια η απείκαση της φρίκης, είναι κεντρική για όσα αφορούν τον Σαχτούρη. Εξηγούμαι, και πάλι δια της πλαγίας οδού. Σε πολλές περιοχής της Αφρικής, η έννοια του ζόμπι είναι κεντρική δοξασία της εντόπιας κοσμολογίας. Ο ζωντανός-νεκρός, ο μόνιμα σε διάσταση μεταιχμίου μεταξύ της έμβιας και της τεθνεώσας ανθρώπινης ύλης, είναι κεντρικό σημείο αφήγησης πολλών αφρικανικών θρύλων: η επίμαχη έννοια γίνεται στόχος κατηγοριών και φημών. Είναι ενδιαφέρον ότι το αντίθετό του είναι το βαμπίρ (ο απέθαντος), μόνιμη αναφορά στην ευρωπαϊκή παράδοση, ειδικά στον τρόπο που αντιλήφθηκαν οι βικτοριανοί τα «άγρια» Βαλκάνια, συγκινημένοι από τις λαϊκές παραδόσεις για τους βρικόλακες, τις λάμιες και τον Δράκουλα, αναπλάθοντας και προβάλλοντας ένα οριενταλιστικό μοντέλο, όπου το αιώνιο, το αδύνατον να πεθάνει, κατακυριεύει το ζωντανό (βλ. Θοδωρής Ρακόπουλος, Ο Μαντέλα στο νοσοκομείο, περ. Χρόνος τχ 2). (Το βαμπίρ, ο ελληνικός βρυκόλακας ή βορκόλακας, γίνεται αντικείμενο αντέγκλησης σε μία από τις πιο γνωστές βικτωριανές και μετα-βικτωριανές συζητήσεις κι αναζητήσεις σε έναν συντονισμό ανάμεσα στους νεαρούς αριστοκράτες Polidori, Percy Beashe Shelley, Mary Shelley, κι άλλους. Το αποτέλεσμα είναι 3-4 αριστουργήματα μετεφηβικής ινδαλματικής κορύφωσης: ο Δράκουλας, από τον 25χρονο Stoker, ο Φράνκεστάιν, από την 21χρονη Shelley, ο Vampyre του 23χρονου Polidori, και πάει λέγοντας, ως τον Ιρλανδό Stoker, 70 χρόνια μετά).
Τα φασματικά Βαλκάνια (εδώ, το φάσμα με την έννοια της ομίχλης και του φαντάσματος ταυτόχρονα) διεγείρουν τη ρομαντική Βικτωριανή αριστοκρατία, σε έναν κόσμο που αλλάζει από τη βιομηχανική επανάσταση και την ανάδυση μιας νέας τάξης (αστοί). Η ετερότητα που τα Βαλκάνια, στην οριενταλιστική ματιά τους, προτείνουν, είναι φτιαγμένη από σύμβολα και αίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι στον συμβολισμό του βαμπιρισμού στο γοτθικό μυθιστόρημα, ο πιο σοβαρός ανατόμος της ανάδυσης του καπιταλισμού, ο Μαρξ, επιστρέφει συνέχεια (βλ το Κεφάλαιο).
Το αποτρόπαιο που ενέχει αυτός ο Βαλκανισμός (μια φαντεζί εκδοχή του Οριενταλισμού, όπως καίρια σημείωσε στο επιδραστικό της βιβλίο η Todorova) το καρπώνεται ο Σαχτούρης, στα ελληνικά γράμματα, περισσότερο και καλύτερα από κάθε άλλον έλληνα λογοτέχνη. Μόνο που δεν γράφει με σύμβολα, αλλά με εικαστικές πραγματικότητες φρίκης, που έλκουν από το οπλοστάσιο του δημοτικού τραγουδιού: το φεγγάρι, το μαχαίρι, το κορίτσι, ο λαγός, το πουλί, το δέντρο, κτλ.
Η εντός Ελλάδας αστική τάξη ή, ας την πούμε λιγότερο φορτισμένα, η παλιά προνομιούχα τάξη είδε στη λαϊκή παράδοση ένα φως, μια αισιοδοξία της naivete, στο πρόσωπο για παράδειγμα του Θεόφιλου (βλ. δοκίμια του Σεφέρη και του Ελύτη, φωτογραφίες του Εμπειρίκου, αναφορά στον λήσταρχο Γιαγκούλα του Θεοτοκά με ηρωικούς όρους). Δεν σχολίασε το σκοτάδι της παράδοσης, όπως το έκανε ο νεο-γοτθικός Σαχτούρης (μισή γενιά νεαρότερος της ομάδας του ’30), χρησιμοποιώντας τα μοτίβα του δημοτικού τραγουδιού. (Ο Σαχτούρης, ίσως ενδιαφέρει αυτό, είναι δισέγγονος Υδραίου οπλαρχηγού καραβοκύρη, και βιοπορίστηκε από μια κληρονομία όλη την ζωή του). Η έννοια του αποτρόπαιου, που ταυτόχρονα ελκύει και προκαλεί αποστροφή, είναι κεντρική σε αυτή την δυναμική. Ο Σαχτούρης είναι, όπως η γενιά του ’30, με διττή έννοια αστός: κλεισμένος, σχεδόν καταδικασμένος στην πόλη, στο άστυ, αλλά και πλούσιος έκπτωτος, παρηκμασμένος αριστοκράτης – που παρατηρεί τί συμβαίνει έξω: έξω από το άστυ, και έξω από την αστική τάξη, χρησιμοποιώντας την λαϊκή εικονολογία. Οι εικόνες από το δημοτικό τραγούδι -ο Σαχτούρης χρησιμοποιεί εξπρεσιονιστικά τα μοτίβα του- επηρέασαν ή καλύτερα πέρασαν σε νεότερους ποιητές, κυρίως του ’70, οι οποίοι τις μεταφέρουν στο σκηνικό του άστεως, (π.χ. Γιάννης Κοντός).
Ας μην ξεχνάμε, και εδώ η αισθητική μας θεωρία υπολείπεται των εννοιολογήσεων του «λαϊκού» έξω, πως εδώ μιλάμε για δημώδη εικονολογία. Να το πω απλά: φολκλόρ (όπου volk, ο λαός της υπαίθρου). Το πώς εγγράφεται αυτή η γενεαλογία στην σαχτουρική πρόσληψη είναι εδώ το διακύβευμα: γίνεται αυτό με όρους κατακερματισμού κι άρα (κατά Έκτορα Κακναβάτο) με βάση την σταθερά του σουρρεαλισμού: το τυχαίο και τυχηρό; Ή είναι πιο συνειδητά ξεπεράσματα μορφών («Τα Φάσματα», «Τα Εκτοπλάσματα») που επιστρέφουν ως φαντάσματα να στοιχειώσουν το παρόν του ποιητή από μια παράδοση τραυματικά και βασανιστικά οικεία; Η έννοια εξάλλου της παράδοσης έχει ταυτόχρονα στοιχεία καταναγκασμού και habitus: γίνεται χωρίς σκέψη αλλά και με πρόγραμμα (βλ. Νόρα Σκουτέρη-Διδασκάλου «Η Παράδοση της Παράδοσης»). Δεν είναι όλες οι γενεαλογίες επικυρωτικές, αλλά συχνά (αυτή είναι και η έννοια της πρωτοπορίας, του εξελικτισμού) συγκρουσιακές: αφομοιώνουν, και ξεπερνούν διαλεκτικά.
Ο Achille Mbembe σημειώνει στην ανάγνωση των νεκροπολιτικών (necropolitics), μιας προσπάθειας άρθρωσης λόγου για το μετά, που ενημερώνεται από την μεταποικιακή διάσταση του κόσμου μας, πως το μετα- αρθρώνει λόγο για το τώρα: για τη ζωή. Ο λόγος αυτός είναι εντελεχής στην σωματικότητα και ενυλότητα του παρόντος κι όχι μεταφυσικός: όπως στον Σαχτούρη, που γράφει όχι με σύμβολα, αλλά με εικαστικές πραγματικότητες. Αλλά η απείκαση αυτή είναι μια άλλη συζήτηση, στην οποία μπορεί να επιστρέψουμε.

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: