Η ποίηση του Γιάννη Κοντού ως «μαγική εικόνα»

Η ποίηση του Γιάννη Κοντού ως «μαγική εικόνα»

―Τιτίκα Δημητρούλια―

 

Στην ποιητική διαδρομή του Γιάννη Κοντού συναντά κανείς δύο ποιήματα με τον ίδιο τίτλο, «Μαγική εικόνα». Το πρώτο ανήκει στη συλλογή Το χρονόμετρο (1972):

 

Μαγική εικόνα

 

Άνοιξες την πόρτα και μετά

άλλη κι άλλη και βρέθηκες

στη μέση του μεγάλου τσίρκου

στο κλουβί με τα λιοντάρια.

 

Είπες: Θε μου, τι γυρεύω εδώ;

Εγώ πήγαινα στην τουαλέτα.

 

Το δεύτερο εντοπίζεται στη συλλογή Η υποτείνουσα της σελήνης (2002), τριάντα χρόνια μετά. Το πρώτο είναι ένα ποίημα της αρχής και το δεύτερο της ωριμότητας.

 

Μαγική εικόνα

 

Το κουτί είναι μαύρο

από χαρτόνι. Μέσα

κελαηδεί χρυσό πουλί.

Το φίδι σηκώνει το κεφάλι,

μπαίνει και αυτό στο κουτί.

 

Άμα κοιτάξεις προσεχτικά:

Βλέπεις γυναίκα να καπνίζει

ονειροπολώντας.

 

(Βήματα ακούω. Θα είναι

τα παπούτσια που ξέχασες

στην αποθήκη.)

 

DSC00137.JPGΗ θέση τους είναι τέτοια, που κατά κάποιο τρόπο κλείνουν στο μεταξύ τους διάστημα την ποίησή του όλη – παρότι ο Γιάννης θα συνεχίσει να γράφει ως την τελευταία ώρα. Μπορεί κανείς δε να θεωρήσει τόσο τη σύμπτωση όσο και τη θέση τους τυχαία. Μπορεί και όχι.

Προσωπικά, δεν νομίζω ότι ο Γιάννης Κοντός τοποθέτησε τυχαία στα συγκεκριμένα σημεία της ποιητικής δημιουργίας του τα δύο αυτά ποιήματα. Αλλά ακόμη κι αν το γεγονός είναι όντως τυχαίο, το θεωρώ εύγλωττο για την ποιητική του, την οποία εκφράζει απόλυτα η έννοια της μαγικής εικόνας, της εικόνας που κρύβει και φανερώνει. Η απόκρυψη και η αποκάλυψη, που συντελούνται σε πολλές μικρο- και μακρο-κλίμακες μέσα στην ποίησή του και με διαφορετικές μορφές, αποτελούν δομικό στοιχείο της εικονοποιίας του, η οποία τόσο συχνά έχει χαρακτηριστεί εικαστική –όπως του αγαπημένου του Μίλτου Σαχτούρη– αλλά και κινηματογραφική. Συντελούνται δε με τον τρόπο της ανάπτυξης και της αναδίπλωσης, με τον τρόπο δηλαδή της κατά Ντελέζ πτύχωσης (pli).1 Η μαγική εικόνα ενσωματώνει ωστόσο στον πολλαπλό αλλά αδιαίρετο κόσμο των ποιητικών πτυχώσεων του Γιάννη Κοντού τόσο τις παιγνιώδεις συνδηλώσεις της, των θαυματοποιών, των ταχυδακτυλουργών και των μαγικών παραμυθιών, αλλά και τις εφιαλτικές της διαστάσεις, που ποτέ δεν σημαίνονται με ένταση.

Τα ίδια τα δύο ποιήματα δίνουν μια πολύ καλή εικόνα της λειτουργίας της πτύχωσης. Στο πρώτο, μια πόρτα που ανοίγει οδηγεί σε έναν άλλο χώρο, που ανοίγει ελάχιστα, έως ότου μέσα από τις διαδοχικές εκδιπλώσεις οδηγήσει στο κλουβί με τα λιοντάρια στο μεγάλο τσίρκο –η εικόνα του τσίρκου επανερχόμενη στην ποίησή του και κομβική στη μία «Αυτοβιογραφία» του (Στο γύρισμα της μέρας, 1992)– στην άλλη, είκοσι χρόνια αργότερα, κρατά τρομπέτα και ποιεί μουσική (Ηλεκτρισμένη πόλη). Ο οικείος –και ασφαλής;– χώρος του σπιτιού δεν είναι συμπαγής, αλλά πτυχωμένος και οι ανάπτυξή του οδηγεί στην εμφάνιση ενός άλλου τόπου, του τόπου της απειλής και του εγκλωβισμού, η λειτουργία του οποίου επιβεβαιώνεται και την ίδια στιγμή υπονομεύεται από την ειρωνεία. Η ειρωνεία αυτή, λεπτή, πικρή, αφορά την ίδια τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, τις –ελάχιστες– δυνατότητες που έχει να τον ελέγξει, τόσο τον κόσμο όσο και την ίδια την ύπαρξή του. Αποδραματοποιημένος, ο λόγος του Κοντού επιτρέπει στην ελαφρότητα, την οποία υποστηρίζει η πτύχωση, να συγκαλύπτει το βάθος της υπαρξιακής του αγωνίας, που εντείνεται μέσα στον χρόνο. Η πτύχωση στην προκειμένη περίπτωση φωτίζει όμως επίσης την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα των πραγμάτων, τις κρυμμένες τους διαστάσεις.

Στο δεύτερο ποίημα, η μαγική εικόνα θέτει ρητά το ζήτημα της αναπαράστασης, με το μαύρο χαρτονένιο κουτί, το χρυσό πουλί και το φίδι των παραμυθιών, τον σκοτεινό θάλαμο, που επιστρέφει σ’ όποιον κοιτάξει πραγματικά όχι το αντεστραμμένο είδωλό τους, αλλά τη μεταστοιχείωσή τους. Η αντανάκλαση μιας εικόνας είναι μια διαφορετική εικόνα, νέα, αυτοτελής και αυθύπαρκτη.

Σχολιάζοντας την πολύ γνωστή συνομιλία μεταξύ Μαλλαρμέ και Ντεγκά για την ποίηση και την εμβληματική απάντηση του Μαλλαρμέ ότι τα ποιήματα γράφονται με λέξεις και όχι με ιδέες, λέει ο Βαλερύ: «υπάρχει μια τροποποίηση, ένας μετασχηματισμός, απότομος ή όχι, αυθόρμητος ή μη, επίμοχθος ή όχι, που διαμεσολαβεί αναγκαστικά ανάμεσα στην παραγωγική αυτή σκέψη των ιδεών, τη δραστηριότητα και την πολλαπλότητα των εσωτερικών ερωτημάτων και αποφάσεων· και των λόγων αυτών, που τόσο διαφέρουν από τους καθημερινούς λόγους, των στίχων, οι οποίοι διατάσσονται ανορθόδοξα και δεν ανταποκρίνονται σε καμία ανάγκη, ει μη μόνο σε εκείνη που οφείλουν να δημιουργήσουν οι ίδιοι».2

Το μαύρο χαρτονένιο κουτί αναπτύσσεται και εμφανίζει μια νέα πραγματικότητα, μια νωχελική καπνίστρια, η οποία είτε είναι μορφή παράγωγη των δύο προηγούμενων όντων –σε επίπεδο γραμμών;– είτε συνυπάρχει μαζί τους σε μια διάσταση παρουσίας-απουσίας. Το μαύρο κουτί είναι επίσης, όμως, και ο μυστικός χώρος της μεταστοιχείωσης, του περάσματος από την εικόνα-ιδέα στην εικόνα-λόγο, μέσα από τη διαδοχική εκτύλιξη του πολύτροπου ποιητικού λόγου, που εδώ παρουσιάζει τόσο τη φιλοσοφία όσο και τη λειτουργία του: ο κόσμος είναι πολλαπλός και ασύλληπτος κι ο ποιητικός λόγος ενσωματώνει τις άπειρες πτυχώσεις του, αποπειρώμενος, επί ματαίω, να τον συλλάβει και να τον αποτυπώσει, ει μη μόνο σε φευγαλέες, διαρκώς μεταποιούμενες όψεις του.

Η εκδίπλωση των πτυχώσεων διαστέλλει όχι μόνο τον χώρο, αλλά και τον χρόνο, συναιρώντας τη στιγμή και τη διάρκεια, αναλόγως με την απλή κίνηση της δίπλωσης και της εκδίπλωσης. Ανοιχτός ή κλειστός, ο τόπος μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο αναδέχεται πολύ συστηματικά τη φύση. «Τι θάλασσες περάσανε ή χτυπήσανε / αυτό το κρεβάτι. Βόρειες, νότιες / θερμές, παγωμένες. Με θύελλα, / με άπνοια, με φιλιά ή κωπηλατώντας / μαζί σου στην ακρογιαλιά, στην άκρη / του ξύλου του αθώου επίπλου. / Κάτω βράχια και σπασμένα κορμιά / ζωντανά που θέλουν να ανέβουν / πάλι πάνω στο οροπέδιο, στο αλώνι, / στα μονόχρωμα, στα μονόχνοτα σεντόνια, στη φωλιά. / Οι εποχές δεν αλλάζουν τη βλάστηση / του τοπίου. Τα ίδια φυτά φύονται πάντα / χαμηλά, κυρίως καλαμιές και βρύα, / σαν ξεχασμένες σκέψεις. Βλέπω το βυθό. / Βλέπω ταινίες (όνειρα τα λένε άλλοι)…]» («Στο ακρωτήριο του κρεβατιού», Στο γύρισμα της μέρας).

Η βροχή, το νερό, η χλόη δημιουργούν ενίοτε, έστω και υπαινικτικά, το είδωλο ενός παραδείσου, ενός περιβολιού δηλαδή, ενός κήπου, μιας από τις ευτυχείς ετεροτοπίες κατά τον Φουκώ (βλ. και τους ζωολογικούς κήπους), με υπερθέσιμες σημασίες, το μικρότερο κομμάτι του κόσμου που τον περιέχει στην ολότητά του.3 Οι υπερθέσιμες σημασίες, τα διαδοχικά δηλαδή στρώματα σημασίας του κήπου που διατηρεί, ως χώρος, την ιερότητά του, μας επαναφέρουν στην πτύχωση και ένα παράδειγμά της είναι το ίδιο το ποίημα «Ο Παράδεισος», πάντα από τη συλλογή Στο γύρισμα της μέρας, όπου τα δωμάτια είναι μεταξωτά και τα αηδόνια και τα λιοντάρια σε φωτογραφίες. Υφάσματα και φωτογραφίες: η αναπαράσταση μιας φύσης που δεν υπάρχει πια και φανερώνεται στο ποίημα ως αυτό ακριβώς που είναι στον αστικό πολιτισμό, άλλος τόπος, τόπος αλλού, μάλλον ετεροτοπία παρά ουτοπία – χωρίς αυτό να αναιρεί τη δύναμη αλλά και η σημασία των θεμελιακών φυσικών στοιχείων, κατά κανόνα τουλάχιστον, αλλά και τη συμβολική συγκεκριμένων όντων. Το νερό στην ποίηση του Κοντού είναι αμφίσημο, αλλά το πρόσημο είναι εν γένει θετικό. Τα λιγοστά ελάφια που διατρέχουν την ποίησή του ομοίως.

Αν όμως, με τον τρόπο της πτύχωσης συνενώνονται το άστυ και η φύση, κατ’ εξαίρεση η φύση και ο άνθρωπος («Ύπαιθρος χώρα», Ο αθλητής του τίποτα, 1997), ο ανοιχτός και ο κλειστός χώρος, το αίσθημα με την εμπειρία, η πτύχωση και πάλι ερμηνεύει την πολλαπλότητα των τρόπων στην ποίηση του Κοντού. Αν κοιτάξει κανείς τις συλλογές του ως όλον, αλλά και την καθεμία χωριστά στις ενότητές της, βλέπει αμέσως ένα ευδιάκριτο σχέδιο δόμησης. Πεζό ποίημα που δηλώνει την καταγωγή του από αλλότρια είδη στις Φωτοτυπίες (1977)· αποφθεγματικός, σύντομος και στακάτος λόγος στα Οστά (1982)· διαφορετική μα συγγενής μικρή φόρμα στα Δευτερόλεπτα του φόβου (2006). Εναλλαγή ανάμεσα σε ποιήματα σύντομα και πιο εκτεταμένα – η δεύτερη «Μαγική εικόνα» έχει απέναντί της το πολύ εκτενέστερο «Οι φίλοι του τον είχαν ξεχάσει στην Ιταλία, νόμιζε». Σινεμά και μοντάζ στις Φωτοτυπίες με ρητή αναφορά, αλλά πανταχού παρουσία του πλάνου, του διαλόγου, της πινελιάς και της απόχρωσης παντού. Η εικαστική διάσταση του έργου, άλλωστε, έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί, προφανώς σε συνάρτηση και με τις στενές σχέσεις που ο ποιητής διατηρούσε με τους ζωγράφους και τη ζωγραφική, σχέσεις που έχουν επανειλημμένα αποτυπωθεί υπό μορφή συνεργασίας στα βιβλία του, αλλά και καταγραφεί στους τόμους των Ευγενών μετάλλων. Ομοίως έχει τονιστεί και ο κινηματογραφικός χαρακτήρας πολλών ποιημάτων του – καθόλου τυχαία δεν ξεκινά ο πρώτος τόμος των Ευγενών μετάλλων με τις Άγριες φράουλες του Μπέργκμαν, τις οποίες ο Κοντός σχολιάζει το 1966 ήδη. Με την εκδίπλωση και την ανάπτυξη των πτυχώσεων του έργου του, προκύπτει πανταχού παρούσα και η μουσική, και όχι μόνο ως ρυθμικότητα και μουσικότητα του ποιητικού του λόγου. Σε αντίθεση μάλιστα με τη φωνή, που πολύ συχνά είναι απειλητική, η μουσική σημαίνεται ως επί το πλείστον πολύ θετικά, είναι μνήμη, ασφάλεια, παραμυθητική οικειότητα. Ο ποιητής ποιεί μουσική, το λέει καθαρά στην «Αυτοβιογραφία» του στην τελευταία συλλογή του. Παίζει με τους ρυθμούς της, τους αγκαλιάζει, τους σπάει και τους φτιάχνει από την αρχή, γεμίζει παρτιτούρες και νότες τα ποιήματα, δίνει ήχο στις εικόνες, ή απλώς τις συνοδεύει με μια υπόκρουση, ώστε να ακούγεται πάντα η φωνή, το α πρόσωπο που δημιουργεί τα περιγράμματα και τις εικόνες των πραγμάτων και των ανθρώπων, ανοίγοντας ξανά και ξανά τον εαυτό της όχι μόνο στον κόσμο, που την περιέχει και τον περιέχει, αλλά και στο β πρόσωπο, τον άλλον, με την ίδια ακριβώς διαδικασία, της αφομοίωσης και της μεταποίησης. Το β πρόσωπο, που θαμπώνει καθώς περνά ο καιρός και η ερημιά απλώνει, κατοικεί πια στο α πρόσωπο, στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου, που γίνεται όλο και περισσότερο άλλο, ξένο στην ουτοπία, τον άτοπο τόπο που συνιστά η ποίηση, όντας μαζί και ετεροτοπία, χώρος πραγματικός, σελίδα υπαρκτή, «μουσικές, γράμματα και κλάμματα» («Οι βυζαντινοί υμνογράφοι», Ηλεκτρισμένη πόλη) – κάτι σαν τον φουκωικό καθρέφτη, χώρο εξωπραγματικό και μαζί πραγματικό, με αναδρομική ενέργεια στη θέση που κατέχει όποιος κοιτάζει εντός του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Gilles Deleuze, Η πτύχωση, μτφρ. Νίκος Ηλιάδης, Αθήνα, Πλέθρον, 2006.
  2. Paul Valéry, “Poésie et pensée abstraite,” Théorie poétique et esthétique (1957). In: Έuvres, vol. 1. Paris: Pléiade [1939], σ. 1324.
  3. Michel Foucault, Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος. Αθήνα, Πλέθρον, 2012.
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: