Η πάλη με τον άγγελο*

Η πάλη με τον άγγελο*

―Σταμάτης Πολενάκης―

 

* Η πάλη με τον Άγγελο είναι ένα εκτενές αφήγημα που η γραφή του βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Ακολουθεί το νήμα των πραγματικών, ιστορικών γεγονότων που οδήγησαν τον Ντοστογιέφσκι στη συγγραφή του μυθιστορήματος Οι Δαιμονισμένοι. Ο Ντοστογιέφσκι δεν υπήρξε προφήτης ή μάντης. Προειδοποίησε όμως για τον κίνδυνο και διέβλεψε, εκφράζοντας με απαράμιλλη λογοτεχνική δύναμη, τις δραματικές συνέπειες που μπορεί να έχει πάνω στην ανθρώπινη ζωή η τυφλή πίστη στη λογική και στην πρόοδο και σε μια αόριστη, μελλοντική γενική ευτυχία στο όνομα της οποίας μπορεί κάποιος ν’ αποδεχθεί τα πάντα, ακόμα και τα δάκρυα και τα βάσανα των παιδιών. Η πάλη με τον Άγγελο περνά με οδηγό έναν κεντρικό αφηγητή, μέσα από την ουτοπία και τη μεγάλη επαναστατική τραγωδία του εικοστού αιώνα για να καταλήξει σ’ ένα είδος αποκάλυψης με την εικόνα ολόκληρης της ανθρωπότητας παγιδευμένης μέσα σ’ ένα αεροπλάνο τυλιγμένο στις φλόγες.

 

 

Rainer-Maria-Rilke-BiographyΠοτέ δεν είδα τον Ντοστογιέφσκι τόσο θλιμμένο, τόσο συντετριμμένο όσο εκείνο το καλοκαίρι του 1868, έπειτα από τον θάνατο της κόρης μας, γράφει στις αναμνήσεις της η Άννα Γρηγόριεβνα, η οποία συνεχίζει λέγοντας: μας πλήγωνε και τους δυο αφάνταστα όχι μονάχα ο χαμός του παιδιού, αλλά και η μικροψυχία και η ανείπωτη σκληρότητα των ανθρώπων γύρω μας. Οι Ελβετοί γείτονές μας στη Γενεύη, αν και είχαν πληροφορηθεί το δράμα μας, δεν δίστασαν να μας επισημάνουν ότι έκλαιγα πάρα πολύ δυνατά και τ’ αναφιλητά μου τους ενοχλούσαν. Έφτασαν δε στο σημείο να ειδοποιήσουν την αστυνομία. Έπειτα απ’ όλα αυτά, το ζευγάρι έφυγε γρήγορα από την καταθλιπτική Γενεύη και πέρασε το υπόλοιπο καλοκαίρι στα βουνά της Ελβετίας όπου παρά την απέραντη κούραση και τη θλίψη του, ο Ντοστογιέφσκι δούλεψε εντατικά και κατόρθωσε με μύριους κόπους να ολοκληρώσει τη συγγραφή του Ηλίθιου. Στο μεταξύ η Άννα Γρηγόριεβνα είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες της σ’ ένα θαύμα. Πίστευε ότι ο φρέσκος αέρας και η διαμονή στα βουνά θα μπορούσε κάπως να τους παρηγορήσει και να καταπραΰνει τα τσακισμένα τους νεύρα αλλά ο Ντοστογιέφσκι ήταν συνέχεια άρρωστος εκείνο το θλιβερό καλοκαίρι του 1868, διαρκώς παραπονιόταν για έντονους πόνους στο στήθος και υπέφερε αφάνταστα· δε μπορούσε να υποφέρει άλλο την Ελβετία ούτε τους φιλοχρήματους και αφιλόξενους Ελβετούς οι οποίοι κοίταζαν κάθε ξένο, και ιδίως τους Ρώσους, εχθρικά και καχύποπτα. Grattez le Russe et vous verrez le Tartare, τους είχε ακούσει πολλές φορές να ψιθυρίζουν περιφρονητικά πίσω από την πλάτη του, κι έτσι το ζεύγος αναχώρησε για την Ιταλία. Εκεί ταξίδεψαν με πλοίο από τη Βενετία ως την Τεργέστη, διασχίζοντας μια ταραγμένη θάλασσα και ξέρουμε, πάλι από την Άννα Γρηγόριεβνα, ότι  ο σύζυγός της πέρασε ολόκληρη τη νύχτα μέσα σε μια τρομερή ανησυχία, όρθιος στο έρημο κατάστρωμα, κοιτάζοντας αμίλητος το σκοτεινό νερό και η Άννα κάποια στιγμή φοβήθηκε ότι αυτή η ανησυχία ήταν το σημάδι μιας καινούργιας, επερχόμενης κρίσης ή ότι εκείνος σκεπτόταν να ριχτεί στην κατάμαυρη θάλασσα κι εγώ δεν ξέρω, κανείς δεν ξέρει, αν η ιδέα της αυτοκτονίας πέρασε πράγματι σαν αστραπή από το μυαλό του Ντοστογιέφσκι εκείνη τη θυελλώδη νύχτα μέσα στο πλοίο που τους πήγαινε από τη Βενετία στην Τεργέστη αλλά τελικά τίποτα δεν συνέβη και μετά από ένα σωρό θλιβερές περιπλανήσεις, απελπισμένοι και σχεδόν χωρίς καθόλου χρήματα κατέληξαν και πάλι στη Δρέσδη όπου γεννήθηκε η δεύτερη κόρη τους που την ονόμασαν Λιούμπα. Το 1869 λοιπόν, στη Δρέσδη, ο Ντοστογιέφσκι, συνέλαβε τυχαία την ιδέα των Δαιμονισμένων, διαβάζοντας μια ρώσικη εφημερίδα στη βιβλιοθήκη της πόλης. Στο μεταξύ η βροχή συνεχίζει να πέφτει ασταμάτητα ενώ οι πέντε σύντροφοι του πυρήνα γλιστρούν και σκορπίζουν σαν φαντάσματα μέσα στην κατασκότεινη νύχτα, έχοντας ήδη καταστρώσει το σχέδιο της δολοφονίας σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε με κάποιου είδους τέχνασμα να παρασύρουν τον Ιβάνωφ βαθιά στο δάσος. Εκεί θα τον δολοφονούσαν ανενόχλητοι. Ο Νετσάγιεφ τους είχε διαβάσει δυνατά, πριν διαλύσουν τη συνεδρίαση, το πρώτο κεφάλαιο από την κατήχηση του επαναστάτη, σύμφωνα με την οποία κάθε τρυφερό αίσθημα συγγένειας, φιλίας, αγάπης, ευγνωμοσύνης ή και τιμής ακόμη, βλάπτει την υπόθεση και ως εκ τούτου, πρέπει να ξεριζωθεί, πρέπει να εξαφανιστεί, πρέπει να καταπνιγεί ανελέητα μαζί με όλα τα απομεινάρια του παλιού κόσμου· ναι, είμαστε οι προφήτες των ερειπίων, είμαστε οι άγγελοι της καταστροφής, ήρθαμε σ’ αυτό τον κόσμο μόνο και μόνο για να τον καταστρέψουμε· μοναδικός και υπέρτατος σκοπός μας πρέπει να είναι η συντριβή και η καταστροφή των πάντων, η τρομερή, ολοκληρωτική και ανελέητη καταστροφή, είπε ο Νετσάγιεφ. Ο αληθινός επαναστάτης δεν πρέπει να νιώθει οίκτο για οτιδήποτε ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο, είπε ο Νετσάγιεφ. Η καταστροφή είναι το μέσο και ταυτόχρονα ο σκοπός μας, ξαναείπε ο Νετσάγιεφ κι έπειτα απ’ αυτό επανέλαβε την ερώτησή του χωρίς καθόλου να υψώσει τη φωνή ή να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι αλλά με μια φωνή ψυχρή και υπόκωφη, όπως η κρύα λάμα ενός μαχαιριού που βυθίζεται στη γυμνή σάρκα· ξαναρώτησε λοιπόν, με την ηρεμία που τον χαρακτήριζε πάντοτε, κανείς ποτέ δεν τον είδε να χάνει την ψυχραιμία του, να υψώνει τη φωνή ή να χτυπά οργισμένος το χέρι στο τραπέζι, η ηρεμία του είχε πραγματικά κάτι το υπεράνθρωπο, θυμόταν ένας από τους συντρόφους του πολλά χρόνια αργότερα. Ο Νετσάγιεφ, λοιπόν, ξαναρώτησε με μια φωνή που τώρα έμοιαζε με φωνή ντροπαλού κοριτσιού, ξαναρώτησε  και τους πέντε συντρόφους του πυρήνα αν υπάρχει κάποιος ο οποίος έχει διαφορετική γνώμη σχετικά με το ζήτημα της θανατικής καταδίκης του Ιβάνωφ – αν υπάρχει κάποιος, να σηκώσει αμέσως το χέρι, είπε, η ένστασή του θα συζητηθεί, είπε, αλλά όχι, κανένας από τους συντρόφους δεν είχε διαφορετική γνώμη, κανείς δε σήκωσε το χέρι, κανενός η ένσταση δεν συζητήθηκε κι έπειτα επικράτησε για λίγο βαθιά σιωπή και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τα ξύλα που καίγονταν ενώ η βροχή έξω έπεφτε ασταμάτητα. Κι έπειτα, αφού συζητήθηκαν όλα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια και ο καθένας ήξερε τι έπρεπε να κάνει και πότε, συμφώνησαν όλοι ότι η απόφαση της επιτροπής σύμφωνα με την οποία ο σύντροφος Ιβάνωφ καταδικαζόταν σε θάνατο, έπρεπε να εφαρμοστεί άμεσα. Κι έπειτα, οι πέντε σύντροφοι γλίστρησαν σαν φαντάσματα έξω, στη βροχερή νύχτα ενώ εκείνος, ο Νετσάγιεφ, παρέμεινε ολομόναχος στο δωμάτιο και τώρα εγώ, ο αφηγητής αυτής της ιστορίας διστάζω και δεν ξέρω προς ποια κατεύθυνση να πορευτώ γιατί οι πέντε σύντροφοι χάνονται σαν φαντάσματα στη βροχερή νύχτα και δεν προλαβαίνω να τους ακολουθήσω· δε μου μένει άλλος δρόμος λοιπόν, παρά μόνο να επιστρέψω στο δωμάτιο εκεί όπου ο  Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ στέκεται ακίνητος σαν νεκρός κάτω από το αδύναμο φως της λάμπας, βυθισμένος σε σκέψεις. Θα έδινα τα πάντα εκείνη τη στιγμή για να μπορέσω να διαβάσω τις σκέψεις του αλλά είναι αδύνατο γιατί εκείνος στέκει ασάλευτος κάτω απ’ το αδύναμο φως της λάμπας σαν αλύγιστη σφίγγα, βυθισμένος σε σκοτεινές σκέψεις που κανείς, ούτε εγώ, ο αφηγητής αυτής της ιστορίας, δεν είμαι ικανός να διαβάσω· αν όμως μου επιτρέπεται μια υπόθεση, τότε υποθέτω ότι, εκείνη τη στιγμή, αυτό που σκεπτόταν δεν ήταν άλλο από την καταστροφή του κόσμου και την αντικατάστασή του από έναν άλλον, υπό το άγρυπνο βλέμμα μιας τέλειας μυστικής αστυνομίας, επειδή ο κόσμος μας, αν και κλεισμένος από συρματοπλέγματα και αδιαπέραστα τείχη, είναι πάντα γεμάτος μικρές ρωγμές απ’ όπου οι έγκλειστοι μπορούν ακόμη να κοιτάζουν, πέρα μακριά, τον γαλάζιο, ανοιχτό ορίζοντα. Αυτό ακριβώς πιστεύω ότι σκεπτόταν λοιπόν, αυτό φανταζόταν, αυτό οραματιζόταν, αν μου επιτρέπεται μια υπόθεση· αυτό λοιπόν που σκεπτόταν, φανταζόταν και οραματιζόταν δεν οδηγούσε σε καμία απελευθέρωση του ανθρώπου αλλά μόνο στη δημιουργία ενός κόσμου τεράτων· σκεπτόταν έναν καινούργιο κόσμο όπου οι έγκλειστοι απλώς θα γεννιούνται και θα πεθαίνουν χωρίς καν να μπορούν να φανταστούν την ύπαρξη ενός γαλάζιου ανοιχτού ορίζοντα και καθώς κάνω αυτές τις πένθιμες σκέψεις, νιώθω ξαφνικά ότι εκείνος σηκώνει τα μάτια και με κοιτάζει και νιώθω πάνω μου το βλέμμα του. Είναι σκοτεινό και ψυχρό σαν πάγος. Υπάρχει μια στιγμή, κατά τη διάρκεια αυτής της αφήγησης, όπου νομίζω ότι εγώ κι εκείνος κοιταζόμαστε κατάματα, αλλά αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει. Με καθησυχάζει η σκέψη ότι μας χωρίζει μια αδιάβατη απόσταση· εκείνος δε μπορεί να με δει επειδή ανάμεσά μας παρεμβάλλεται το βαθύ και αδιαπέραστο διάστημα κι έπειτα, τον βλέπω ξαφνικά να σηκώνει τη λάμπα και να την κρατά ψηλά σαν να θέλει να φωτίσει με το αδύναμο φως της όλα τα σκοτάδια του κόσμου. Τίποτα δεν ακούγεται πια, ούτε καν ο ήχος από τα ξύλα που καίγονται αφού ακόμα και η φωτιά έχει σβήσει και τα πάντα βυθίζονται στη σιωπή και στο έρεβος. Βλέπω λοιπόν τον Νετσάγιεφ να κρατά τη λάμπα ψηλά κι έπειτα να τη σβήνει μ’ ένα απότομο φύσημα και τότε όλα διαλύονται μέσα στο αιώνιο σκοτάδι και την πυκνή βροχή που συνεχίζει να πέφτει.

 

Πίστεψέ με και συγχώρεσε. Δεν μπορούσα άλλο να ζήσω, έγραψε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον γιο της Μουρ, αποχαιρετώντας τον. Η Μαρίνα που κάποτε, σε μια μακρινή ζωή, σ’ έναν άλλο κόσμο, είχε αγαπήσει τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε παράφορα χωρίς ποτέ της να τον συναντήσει. Με φτερουγίσματα αγγιζόμαστε, της είχε γράψει ο μεγάλος ποιητής αλλά η Μαρίνα επέστρεψε στη Ρωσία επειδή τη βασάνιζε μια νοσταλγία αβάσταχτη και η γενέθλια γη την τραβούσε σαν ένας ακατανίκητος, σκοτεινός μαγνήτης αν και σε μια σύντομη συνάντησή τους τον Ιούνιο του 1935 στο Παρίσι, ο τρομοκρατημένος Παστερνάκ προσπάθησε να την προειδοποιήσει μάταια. Μη γυρίσεις στη Ρωσία, Μαρίνα. Κάνει κρύο, ανυπόφορο κρύο, της είχε πει, αλλά εκείνη επέστρεψε και το τέλος της υπήρξε δραματικό. Ξέρουμε ότι ο σύζυγός της εκτελέστηκε, ξέρουμε ότι η κόρη της εξορίστηκε για πολλά χρόνια. Δεν τους ξαναείδε ποτέ. Μάταια ικέτευε δεξιά και αριστερά για μια δουλειά που θα της επέτρεπε να επιβιώσει τουλάχιστον. Το καλοκαίρι του 1941, ο Παστερνάκ την αποχαιρέτησε στην πολύβουη αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού της Μόσχας. Ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπε ό ένας τον άλλον. Η Μαρίνα πήρε το τραίνο για το Τσιστοπόλ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ακολουθώντας τον πανικόβλητο πληθυσμό που εκκένωνε βιαστικά την πρωτεύουσα. Τελικά, το μόνο που της επέτρεψαν ήταν να πλένει πιάτα σε μια άθλια καντίνα συγγραφέων. Σας παρακαλώ πολύ να με προσλάβετε για τη δουλειά της λαντζέρισας στην καντίνα του Λιτφόντ που πρόκειται ν’ ανοίξει, έγραφε σε μια επιστολή στο τοπικό Σοβιέτ. Ολομόναχη και απελπισμένη, την ώρα που τα ναζιστικά στρατεύματα προέλαυναν στα βάθη της Σοβιετικής Ένωσης και ο κόσμος γκρεμιζόταν ολόκληρος σε ερείπια, έδωσε ένα τέλος στη βασανισμένη ζωή της. Αυτές οι απώλειες στο σύμπαν, Μαρίνα, τα αστέρια που γκρεμίζονται! ήταν η τελευταία φράση που ψιθύρισε με φωνή πνιγμένη από τον άνεμο. Την έθαψαν την επόμενη κιόλας μέρα, βιαστικά σ’ έναν τάφο ανώνυμο χωρίς καν ένα σημάδι. Η Μαρίνα και ο Ρίλκε δεν έμελλε να συναντηθούν ποτέ. Η ζωή έγινε καλύτερη, η ζωή έγινε πιο χαρούμενη, ήταν το σύνθημα εκείνης της εποχής όπως το είχε διατυπώσει σε μια διάσημη ομιλία του ο Στάλιν. Όλα αυτά συνέβησαν πριν από πολλά χρόνια, αλλά τώρα εγώ βλέπω καθαρά το σώμα μου ν’ αποχωρίζεται από μένα και να πέφτει στην άβυσσο που με τραβά σαν ένας σκοτεινός μαγνήτης, νιώθω το σώμα μου να στροβιλίζεται και να πέφτει. Αλλά δεν πέφτει, γιατί με συγκρατεί ένα στοργικό χέρι που με κρατά απαλά και δεν μ’ αφήνει να γλιστρήσω στα μαύρα έγκατα της γης. Είναι το ίδιο χέρι, σκέπτομαι, που συγκρατεί τον κόσμο, που δεν αφήνει τον κόσμο να διαλυθεί σε χιλιάδες κομμάτια. Η απόφαση ελήφθη ομόφωνα και ούτε ένας από τους συντρόφους του πυρήνα δεν εξέφρασε διαφορετική γνώμη, ούτε ένας δε σήκωσε το χέρι. Αναρωτιέμαι αν εγώ θα είχα το κουράγιο να σηκώσω το χέρι, αν θα έβρισκα την κρίσιμη στιγμή, το θάρρος να φωνάξω ότι ο Ιβάνωφ πρέπει να ζήσει. Πολλές φορές μου συμβαίνει να προβάλλω τον εαυτό μου στη θέση των άλλων. Κάθε φορά που διαβάζω αφηγήσεις επιζώντων από το Άουσβιτς, αναρωτιέμαι τι θα έκανα εγώ αν βρισκόμουν στη θέση τους, αν θα έπεφτα στα γόνατα, αν θα μπορούσα άραγε να επιβιώσω. Πρόσφατα, για παράδειγμα, έπεσε στα χέρια μου η αφήγηση του Σλόμο Βενέτσια από τη Θεσσαλονίκη κι από τότε, συχνά κλείνω άθελά μου τα μάτια και βυθίζομαι σ’ ένα κατασκότεινο όνειρο. Βλέπω τον εαυτό μου ανάμεσα σ’ ένα βουβό πλήθος στριμωγμένο όπως-όπως σ’ ένα κλειστό βαγόνι που διασχίζει τις χιονισμένες εκτάσεις της νύχτας, κατευθυνόμενο προς το άγνωστο. Φθάσαμε, αφηγείται ο Σλόμο Βενέτσια, έπειτα από πολυήμερο ταξίδι, στον άγνωστο προορισμό μας και τότε ακούσαμε το τραίνο να φρενάρει απότομα. Οι πόρτες άνοιξαν πάνω στη Judenrampe και νιώσαμε πάνω στα πρόσωπά μας τον παγωμένο αέρα της νύχτας. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε, τυφλωμένοι από τους προβολείς, σαστισμένοι μπροστά σε πελώρια λυκόσκυλα που άφριζαν και γάβγιζαν σαν δαιμονισμένα και φρουρούς που μας χτυπούσαν αλύπητα με σιδερένια ραβδιά. Έσκυψα για μια στιγμή το κεφάλι για να προστατευτώ από τα χτυπήματα, συνεχίζει ο αφηγητής, και όταν το ξανασήκωσα, μάταια αναζήτησα με το βλέμμα τη μητέρα μου καθώς και τις δυο μικρές μου αδελφές τη Μάρθα και τη Μαρίκα. Είχαν εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης, είχαν γίνει σκόνη και καπνός και από τότε δεν τις ξαναείδα ποτέ. Αυτά θυμόταν ο Σλόμο Βενέτσια κι εγώ σήμερα συνεχώς βασανίζω τον εαυτό μου μ’ ένα σωρό παράλογα ερωτήματα σχετικά με τις πιθανότητες επιβίωσης. Παράλογα επειδή δεν μπορούν ποτέ ν’ απαντηθούν δεδομένου ότι η επιβίωση σ’ εκείνους τους φοβερούς τόπους του μαρτυρίου ήταν αποκλειστικά ζήτημα συμπτώσεων και τύχης, δεν λέω θέλημα Θεού, επειδή μου είναι εντελώς ξένη η ιδέα ενός Θεού που επιλέγει ποιος θα σωθεί και ποιος θα πεθάνει. Τι θα έκανα εγώ λοιπόν; Δεν το ξέρω. Ξέρω μονάχα ότι ο Ιβάν Καραμάζοφ είχε δίκιο να εξεγείρεται ενάντια στην τάξη του κόσμου. Η γη ολόκληρη, μια γκρίζα θάλασσα στάχτης. Τώρα είναι πια πολύ αργά. Δεν σήκωσα το χέρι μου όταν έπρεπε. Τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα για ν’ αλλάξω τη μοίρα του Ιβάνωφ· εκείνος βαδίζει πολύ πιο γρήγορα από μένα μέσα στη βροχερή νύχτα κι εγώ δε μπορώ να τον φθάσω επειδή κανείς δε μπορεί να ζωντανέψει τους νεκρούς κι έτσι, το μόνο που μου απομένει είναι ν’ ακολουθήσω αυτή την ιστορία που ξετυλίγεται οδηγώντας με όλο και βαθύτερα μέσα σ’ έναν σκοτεινό, αδιαπέραστο λαβύρινθο.

 

Αρέσει σε %d bloggers: