Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΣΑΡΛΩ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (1927-1957)

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΣΑΡΛΩ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (1927-1957)

-Αθηνά Βογιατζόγλου-

5ad498471dc524073c8b45cc

Το πρώτο ποίημα που γράφτηκε για τον Τσάρλι Τσάπλιν στην Ελλάδα είναι, όσο ξέρουμε σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα της φιλολογικής έρευνας, το «Charlie Chaplin» του Ίσανδρου Άρι, γνωστότερου ως Νίκου Χάγερ-Μπουφίδη, και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα τον Αύγουστο του 1927:

Είν’ η ζωή, μια φάρσα Μ’ ένα μόνον

ήρωα, ένα γελοίο φασουλή·

Μια φάρσα που διαρκεί «από αιώνων»

και που το τέλος της κανείς δε θα το δη

 

Δεν έχει, το έργο, υπόθεση καμμία

κι ούτε σκηνογραφίες πολυτελείς

Όλη του εξαρτάται η επιτυχία

απ’ τις γκριμάτσες όπου κάνει ο φασουλής!

 

Γκριμάτσες κωμικές (όπου δακρύζουν

οι ευαίσθητες κυρίες στην πλατεία)

μα και γκριμάτσες πόνου, που σκορπίζουν

την ευθυμία και το κέφι στα θεωρεία

 

Κι ενώ γελάει το κοινόν της γαλαρίας

απ’ τα καμώματα τ’ αστείου του φασουλή,

ο Μέγας συγγραφεύς της κωμωδίας,

από ψηλά το έργο του ευλογεί1

 

Ο Τσάπλιν αναφέρεται μόνο στον τίτλο του ποιήματος· η τέχνη του εμφανίζεται, μέσα από μια φιλοσοφική οπτική, ως η πεμπτουσία της ανθρώπινης ζωής, η οποία δεν είναι, για τον Μπουφίδη, παρά μια (φαρσο)κωμωδία με «Μέγα συγγραφέα» τον Θεό και ρομαντική μικρογραφία του -που κερδίζει, με το μεγαλείο της τέχνης του, την «ευλογία» του Υψίστου- τον Άγγλο καλλιτέχνη. Ο μοναδικός ήρωας της κωμωδίας, ο γελοίος φασουλής, είναι ο καθένας από μας, όπως ο καθένας μας είναι συγχρόνως και αποδέκτης των συναισθημάτων του συνανθρώπου-φασουλή, οι γκριμάτσες γέλιου και πόνου του οποίου μας προξενούν, αντιφατικά και παράλογα, δάκρυα και γέλια αντίστοιχα.2 Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο έτος, στα Ελεγεία και σάτιρες του Καρυωτάκη, βρίσκουμε μια παρόμοια εικόνα της ανθρώπινης ζωής ως κωμωδίας – έργου ενός ελεήμονος Θεού που και στους δυο ποιητές σκιαγραφείται με ειρωνική διάθεση:

 

Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,

Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,

ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία

-ώ, κωμωδία!- το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ.

(«Ωχρά σπειροχαίτη»)

 

Η γενιά των μετασυμβολιστών ποιητών, στην οποία γραμματολογικά εντάσσεται ο Μπουφίδης, υπήρξε μια γενιά παρακμιακή, που ενσωμάτωσε στη μυθολογία της μορφές όπως ο Δον Κιχώτης,3 ο Άμλετ, ο «αυτοτιμωρούμενος» του Μπωντλαίρ, αλλά και ο Καραγκιόζης, ο (χαμσουνικής κυρίως καταγωγής), διαρκώς περιπλανώμενος αλήτης, ο κλόουν, ο πιερότος, ο φασουλής/γελωτοποιός, οι μαριονέτες, τα ανδρείκελα. Όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Πολυχρονάκης, η ολοένα και πιο πυκνή εμφάνιση των «λοξών» στα κείμενά τους «καταδεικνύει μια βαθιά μεταστροφή στο εσωτερικό της αστικής κουλτούρας που δεν απορρίπτει πλέον αυτές τις φιγούρες ως χονδροειδείς και άξεστες, αλλά αντιθέτως τις ενσωματώνει με έναν τρόπο που ο Άγρας αποκαλούσε “το νεοαστικό κατάντημα” του πάλαι ποτέ “αριστοκρατικού αστισμού”».4 Στις μορφές αυτές θα πρέπει να προστεθεί και εκείνη του Σαρλώ, του «αναχρονιστικού τζέντλεμαν που ξέπεσε στη φτωχή συνοικία του Λάμπεθ», ο οποίος έχει δηλώσει χαρακτηριστικά ότι «Δεν είμαι παρά ένα είδος συναισθηματικού ανδρείκελου».5 Ο Σκαρίμπας έχει συχνά συσχετιστεί με τον ήρωα του Τσάπλιν τόσο ως ποιητής όσο και ως πεζογράφος. Εκείνος όμως που συνομίλησε συστηματικά με το έργο του Τσάπλιν είναι ο φίλος και ομοϊδεάτης του Σκαρίμπα Γιώργος Κοτζιούλας, ο οποίος έγραψε δυο σχετικά ποιήματα κα ένα κείμενο για την κινηματογραφική τέχνη του, ενώ μετέφρασε από το πρωτότυπο το έργο του νεανικού έργου τού Γάλλου υπερρεαλιστή Φιλίπ Σουπώ Μυθιστορηματική βιογραφία του Σαρλό με βάση τα σενάριά του (1945).6

Στη δεκαετία του 1930, διανύοντας μια πορεία από τον μετασυμβολισμό προς τον ρεαλισμό, ο Κοτζιούλας απορροφά στους στίχους του την ατμόσφαιρα του μεσοπολεμικού κλαυσίγελου, με την έξη προς τους παλιάτσους, τους κλόουν, τους δονκιχωτικούς ιππότες και τους αυτοκαταστροφικούς ήρωες του Χάμσουν, αλλά και προς τον Σαρλώ. Στο ποίημα «Ένας φοιτητής βλέπει Σαρλώ», το οποίο, παρά την τριτοπρόσωπη εκφορά του, είναι αυτοβιογραφικό, όπως και τα περισσότερα ποιήματα του Κοτζιούλα, φαίνεται να αποτυπώνεται ένα στιγμιότυπο της ζωής του στις αρχές του 1937:

 

Της φίλης που το ξέρει

 

Καθώς εζήταε μια διασκέδαση φτηνή,

με κάποιο τάληρο που βρέθηκε στην τσέπη,

μπήκε στον κινηματογράφο εδώ και βλέπει

το δοξασμένο Τσάρλι Τσάπλιν στη σκηνή.

 

Τον είχε δει κι άλλες φορές, μα σήμερα,

μπορεί να πει, καταλαβαίνει στην εντέλεια

την τέχνη ετούτη που σκορπίζει τόσα γέλια

γύρου στον άμαθο κοσμάκη τον απλό.

Άχ, άχ, αυτός ο στραβοκάνης ο Σαρλώ,

που ξεκαρδίζονται μ’ αυτόν τα παιδαρέλια

με την αιώνια αμηχανία του κι αφέλεια,

τι χρυσάφι έχει βγάλει από τα εφήμερα!

Κι ο νέος που γυρίζει μεσοχείμωνα

σε δρόμους κεντρικούς με παντελόνια τρύπια

φέρνει ολοένα στο μυαλό του τα τερτίπια

που συχναλλάζει ο κωμικός ο θαυμαστός.

Ώχ, ας μπορούσε, Θε μου, κάποτε κι αυτός,

με στίχο ή με πεζό -λουλούδια από τα ερείπια-

να βγάλει δάκρια,να κινήσει καρδιοχτύπια.

Λαμπρές ιδέες γυρνούν στο νου του επίμονα.

Με το σακάκι γυρισμένο στο λαιμό,

με τέτοια σκέδια περπατώντας και παρόμοια,

δε νιώθει πια την υγρασία στα πεζοδρόμια.

Κι έχει μιαν ώρα ίσαμε το συνοικισμό.7

 

Μη έχοντας ακόμη κατορθώσει να τελειώσει τη Φιλοσοφική Σχολή, ο πρόσφατα γιατρεμένος από τη φυματίωση εικοσιοκτάχρονος Κοτζιούλας, που πάντως ήταν ήδη δόκιμος ποιητής, πεζογράφος και κριτικός,8 επιλέγει τη «φτηνή διασκέδαση» του κινηματογράφου μετά από ένα ακόμη εξαντλητικό ωράριο ως διορθωτής σε αθηναϊκό τυπογραφείο, πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής για τον μακρινό συνοικισμό όπου διέμενε. Η βραδιά αποδεικνύεται αποκαλυπτική, καθώς για πρώτη φορά καταλαβαίνει «στην εντέλεια» την τέχνη του κωμικού καλλιτέχνη. [] Εμπνευσμένος από την τέχνη του, που αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, το παράλογο της ζωής, το ανθρώπινο κράμα δύναμης και αδυναμίας, ονείρου και πραγματικότητας, βγαίνει από τη σκοτεινή αίθουσα ονειροπολώντας να μπορέσει και ο ίδιος να αγγίξει, με «στίχο ή με πεζό», το ευρύ κοινό. Ο νοερός καλλιτεχνικός συντονισμός του με τον Τσάπλιν συνδυάζεται με την (καθ’ όλα πραγματική) ενδυματολογική ομοιότητά του με τον Σαρλώ: τρύπια παντελόνια, σακάκι γυρισμένο στο λαιμό, παπούτσια που μπάζουν νερά, ακόμη και η άσκοπη περιπλάνηση στα σοκάκια της πόλης, θυμίζουν τον πρωταγωνιστή του Αλήτη (1915), του Χαμινιού (1921) ή του Μετανάστη (1917) – εσωτερικός μετανάστης ήταν εξάλλου και ο ίδιος ο ηπειρώτης ποιητής. Η «αιώνια αμηχανία» και «αφέλεια» της κινηματογραφικής περσόνας του Τσάπλιν, η παγίδευσή του ανάμεσα στην ονειροπόληση και την άτεγκτη πραγματικότητα του άστεως, η πεισματική εμμονή του στον ανεξάρτητο περιθωριακό βίο, τη φτώχεια και τη μοναξιά, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά και του ίδιου του Κοτζιούλα ως πρωταγωνιστή του έργου του.

 

Με αφορμή την ηθική και υλική στήριξη του Τσάπλιν στην μαχόμενη Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1940 -μήνα κατά τον οποίο ο καλλιτέχνης εκφώνησε στην Αμερική καταγγελτική ομιλία για την ιταλική εισβολή, προσφέροντας συγχρόνως στη χώρα μας χίλια δολάρια ως ένδειξη αλληλεγγύης- ο Κοτζιούλας εγκωμιάζει την τέχνη του Άγγλου δημιουργού με τρόπο που δείχνει τόσο τη βαθιά κατανόηση του έργου του όσο και τις οφειλές του σε αυτόν. Όσα λέει στο παρακάτω απόσπασμα αποτελούν παραμέτρους της «τσαπλινικής ποιητικής» που ανέπτυξε στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30:

Ο Σαρλώ έκλεισε στο έργο του πολλή από τη λαϊκή νοοτροπία και σ’ αυτό αποδίδω εγώ το θρίαμβό του. Κινείται με αυθορμησία, δεν καταπνίγει την αφέλειά του, αφήνει να βλέπουμε τις κρυφές του πληγές. Τα θέματά του ξετυλίγονται μ’ έναν χαριτωμένο αυτοσχεδιασμό [] κυνηγάει αμείλιχτα από τις εμπνεύσεις του την επισημότητα και τη σοβαροφάνεια. Μακρυά από τις ιστορικές υποθέσεις και τα καλούπια! Θα πάρουμε την καθημερινή ζωή, σκηνές του δρόμου, χειρονομίες και κυνηγητά, να τα μεταμορφώσουμε σε τέχνη [] Μια θαυμαστή ενότητα διαπνέει τα έργα του· η λιτότητα εξάλλου των τεχνικών του μέσων είναι καταπληχτική.9

 

Το 1947, όταν προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Μεγάλος Δικτάτορας, το σκηνικό στη χώρα μας έχει αλλάξει δραματικά. Η ταινία σατιρίζει με έμπνευση και τόλμη τον φασισμό στο πρόσωπο του Άντενοϊκ Χύνκελ, δικτάτορα της Τομανίας και προσωπείου του Χίτλερ, και προβλήθηκε το 1940, στο ξεκίνημα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. [] Τον Μάρτιο του 1947, στο ολιγόζωο αριστερό περιοδικού Νέοι Σταθμοί, δημοσιεύεται το ποίημα του Κοτζιούλα «Τσάρλι Τσάπλιν», με τον επεξηγηματικό υπότιτλο «Αφού είδαμε κι εμείς το “Δικτάτορα”».10 Ο Κοτζιούλας είχε μόλις επιστρέψει από τα βουνά της Ηπείρου, όπου πήρε μέρος στην Αντίσταση στο πλευρό του Βελουχιώτη, έγραψε και ανέβασε αγωνιστικό θέατρο και στιχούργησε την πίκρα του αφοπλισμού και τις καταστροφές της λευκής τρομοκρατίας. Το ποίημά του διεκδικεί τρεις πρωτιές στη νεοελληνική ποίηση, τουλάχιστον ενόσω η φιλολογική έρευνα της περιόδου παραμένει ελλιπής: είναι πιθανότατα το μόνο ποίημα που γράφτηκε για την ταινία· είναι το πρώτο που μιλάει ανοιχτά, σε μια εποχή που το ολοκαύτωμα δεν είχε αποκτήσει ακόμη βαρύτητα στη συλλογική και λογοτεχνική μνήμη, για το «μακέλεμα» και το «ξεκλήρισμα» των Εβραίων· τέλος, είναι το πρώτο και ίσως το μόνο νεοελληνικό ποίημα που αφηγείται εν εκτάσει την πλοκή ενός κινηματογραφικού έργου, περιγράφει χαρακτηριστικές σκηνές του και σχολιάζει το μήνυμά του. Στο πλαίσιο της ποίησης του Κοτζιούλα το «Τσάρλι Τσάπλιν» έχει μια ιδιαίτερη θέση, καθώς είναι το τρίτο κατά σειρά εκτενέστερο ποίημά του (εκατόν τριάντα δύο στίχοι) και, κυρίως, το μόνο που απειθεί στους μετρικούς κανόνες της παραδοσιακής ποίησης, στους οποίους ο Κοτζιούλας υπήρξε πάντοτε με ζήλο αφοσιωμένος. [] Με την προσωδιακή του κινητικότητα, τον κοφτό, λαχανιαστό τόνο, την αδρή γλώσσα, τη δραματικότητα και το καθηλωτικό νεύρο του, προσπαθεί να αποτυπώσει, θα έλεγε κανείς, τον κινηματογραφικό ρυθμό του Μεγάλου Δικτάτορα. Ο Κοτζιούλας σκιτσάρει με ζωντάνια πασίγνωστες σκηνές της ταινίας, χωρίς πάντως να τηρεί μια απαρέγκλιτα γραμμική σειρά στην αφήγησή της. [] Αναπτύσσει, μάλιστα, έναν προωθημένο αντιρατσιστικό λόγο, ο οποίος δεν ήταν καθόλου αναμενόμενος για την Ελλάδα εκείνης της εποχής:

 

Βογγάει η σάλα, τρέμει:

«Φτάνουν οι πολέμοι!

Για ποιόν πολεμάτε, φαντάροι;

Δεν έχει η γης μας και πλούτη και χάρη;

Τι σας φταιν οι Οβραίοι;

Κι ο Αράπης τι μας φταίει;

Υπερασπίστε τη Δημοκρατία!

Και μην ακολουθάτε τον εγκληματία!».

Τέτοια βροντοφώναξε ο Σαρλό,

που μας έκανε ώς τώρα το λωλό,

π’ ορθώθηκε άοπλος Προφήτης

στη Βία και στην ισχύ της

βαρώντας καταπάνου

στο κάστρο του τυράννου.

[…]

 

Τρεις μήνες αργότερα, τον Ιούνιο του 1947, ο έτερος αγωνιστικός θιασάρχης του βουνού και φίλος του Κοτζιούλα, ο Βασίλης Ρώτας, δημοσίευσε στον Ρίζο της Δευτέρας ένα ένστιχο αλλά μόνο κατά τόπους έμμετρο «Γράμμα του Καραγκιόζη στον Σαρλώ», με τον επεξηγηματικό υπότιτλο «Κωμωδία που θα γελάσει το παρδαλό κατσίκι κι’ ο διάολος ο αρετσίνωτος. Τρέξατε, τρέξατε!».11 Δεν πρόκειται βέβαια για κωμωδία αλλά για οξεία πολιτική σάτιρα εναντίον της Αμερικής, του προέδρου Τρούμαν, του σχεδίου Μάρσαλ (στο οποίο γίνεται ευδιάκριτη αναφορά) καθώς και της εγχώριας κυβέρνησης. Ο «τρανός φίλος» του Κοτζιούλα αποκαλείται εδώ, με πιο συγκεκριμένη πολιτική στόχευση, «αδρεφάκι» των αριστερών Ελλήνων, καθώς την εποχή εκείνη, μέσα στο βαρύ κλίμα του μακαρθισμού, διάφοροι συντηρητικοί πολιτικοί ζητούσαν την απέλασή του από την Αμερική για τις αριστερές πεποιθήσεις του, και συνεπώς εμφανίζεται να μοιράζεται τη μοίρα των κυνηγημένων από την κυβέρνησή τους Ελλήνων:

 

Τώρα το λοιπόν που σε κυνηγάνε και σε διώχνουνε,

καλώς δεχούμενος εδώ να μας έρθεις

αν εκεί στην Αμέρικα δεν έχουνε βουνά.

[…]

 

Ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και υπερδραστήριος θεατράνθρωπος, ο Ρώτας αποκαλεί τον Σαρλώ «συνάδελφον καλλιτέχνην», αλλά και «Καραγκιόζη της Αμέρικας», και κλείνει την επιστολή του με μια πιο προσωπική χροιά απ’ ό,τι ο Κοτζιούλας αλλά με εξίσου υψηλό συγκινησιακό τόνο, που ισχυροποιείται με την επιστράτευση απανωτών ομοιοκαταληξιών:

 

κι ο νους σου να ’νε εδώ γιατί είμαστε αδρέφια στην τέχνη,

παιδιά της ίδιας μάνας []

έτερον δεν έχω, ταύτα και μένω, πουλάκι θλιμμένο,

του Θεού παραδομένο, του διαβόλου χαρισμένο,

και απάντησή σου το ταχύτερον περιμένω.

 

Ο Τσάπλιν επρόκειτο όμως να λάβει άλλη μια ποιητική επιστολή με ελληνική υπογραφή δέκα χρόνια αργότερα, το ψυχροπολεμικό 1957, όταν ο επίσης αριστερός Νικηφόρος Βρεττάκος του απευθύνει το εκατόν επτά στίχων «Γράμμα στον Τσάρλι Τσάπλιν» στη συλλογή του Ο χρόνος και το ποτάμι12. Ο Τσάπλιν αποκαλείται «αδερφός», όπως στο γράμμα του Ρώτα, «φίλος» όπως στο όψιμο ποίημα του Κοτζιούλα, αλλά και «ταχυδρόμος» που με την επικοινωνιακή ταχύτητα και την πλατιά εμβέλεια της τέχνης του δίνει κουράγιο και παρηγοριά σε όλους τους φτωχούς του κόσμου, τρυπώνοντας ακόμα και σε φάμπρικες και ορυχεία. Ο ποιητής τον καλεί να μοιράσει τα φιλιά και την αγάπη του σε όλους τους αναγκεμένους αλλά και να τους φέρει το μήνυμα ότι το ιδανικό μιας δικαιότερης κοινωνίας δεν είναι μακριά:

 

 

 

[…]

Σ’ έναν αιώνα

που αλλοφρόνησε η γης, που οι μηχανές,

μας ταπεινώνουν, Τσάρλι, και που εμείς

μικροί δούλοι ανεπαίσθητοι κοιτάμε

δίχως πρόσωπα επάνω μας τον ήλιο,

πήρε η οθόνη το ύψος και το νόημα

του όρους Σινά. Γι’ αυτό ποιος άλλος Τσάρλι,

βουλιάζοντας στη λάσπη θα μπορέσει

να περπατήσει νύχτα και να φτάσει

στων κάμπων τα καλύβια, να κατέβει

στων ορυχείων τα βάθη, να μπει μέσα

στις φάμπρικες []

χαιρέτησέ τους όλους, Τσάρλι Τσάπλιν,

πες τους πως όπου να ’ναι πλησιάζουν

οι ταχυδρόμοι του ήλιου, που θα φέρουν

παπούτσια στο λουστράκο13

[]

 

Η σκοπιά του ποιήματος είναι αριστερή -ο Βρεττάκος πρωτοστάτησε στο ΕΑΜ και ήταν μέλος του ΚΚΕ- και ευρύτερα ανθρωπιστική, αλλά χωρίς τις ιστορικοπολιτικές αιχμές των κειμένων του Κοτζιούλα και του Ρώτα. Διακρίνονται όμως κάποιες θρησκευτικές μεταφορές, καθώς ο Τσάπλιν εμφανίζεται σαν ένα είδος άγιου Βασίλη («μπαίνεις απ’ τις μισάνοιχτες πορτούλες / στον ύπνο των παιδιών, με την ψυχή σου / φορτωμένη παιχνίδια») αλλά και βιβλικού Θεού («πήρε η οθόνη το ύψος και το νόημα / του όρους Σινά»). Όπως και στην περίπτωση του μεσοπολεμικού ποιήματος του Κοτζιούλα, εξάλλου, ο Βρεττάκος ανακαλεί το θερμογόνο βίωμα της παρακολούθησης ταινιών του Τσάπλιν, και μάλιστα όχι στην Αθήνα αλλά στον κινηματογράφο του χωριού του (Κροκεές Λακωνίας), όπου έμεινε ώς τα δεκαεπτά χρόνια του, το 1929, οπότε και εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα. Το ποίημά του μοιάζει να αναφέρεται στις πρώτες ταινίες του Τσάπλιν, καθώς και στους Μοντέρνους καιρούς.

Τέσσερα τουλάχιστον ποιήματα και ένα ένστιχο κείμενο για τον Σαρλώ εμφανίστηκαν στην Ελλάδα στον Μεσοπόλεμο και στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, γραμμένα όλα από αριστερών ευαισθησιών δημιουργούς και δημοσιευμένα ανά δεκαετία με μια παράξενη συμμετρία: 1927, 1937, 1947, 1957. Αν και διαφορετικά μεταξύ τους ως προς την οπτική τους και τη σχέση που εγκαθιδρύουν μεταξύ των ποιητών τους και του Τσάπλιν, είναι όλα τους εξίσου ένθερμα για τον άνθρωπο που ο Κοτζιούλας χαρακτήρισε «τον μεγαλύτερο ευεργέτη της οικουμένης».14

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ίσανδρος Άρις, «Charlie Chaplin», Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος, τχ. 36, 14 Αυγούστου 1927, σ. 11. Το ποίημα έχει την αφιέρωση «Στον κ. Ν. Λάσκαρη» και φέρει μετά το τέλος του την ένδειξη «Ιούλιος 1927».
  2. Πέρα από τη φιλοσοφική ματιά, ωστόσο, ο αριστερός ποιητής δίνει και μια κοινωνική διάσταση στο φαινόμενο Τσάπλιν καθώς, όπως παρατηρεί ο Γαραντούδης, διακρίνει τους θεατές «σε εκείνους της πλατείας και σε εκείνους των θεωρείων και της γαλαρίας. Οι πρώτοι είναι οι εύποροι αστοί, οι δεύτεροι οι λαϊκοί άνθρωποι Η διαφορετική συμπεριφορά τους [] πρέπει να αποδοθεί στις ταξικές διαφορές, καθώς οι λαϊκοί άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τον πόνο και την καταφρόνια, που εξορκίζουν μέσω της διασκέδασης στο σινεμά» («Η ποιητική γενιά του 1930 και ο κινηματογράφος: Οι περιπτώσεις του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη», Η λογοτεχνία και οι τέχνες της εικόνας. Ζωγραφική και κινηματογράφος, επιμέλεια Δημήτρης Αγγελάτος, Ευριπίδης Γαραντούδης, Καλλιγράφος 2013, σ. 79-137: 95).
  3. Βλ. Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ιδαλγός της ιδέας. Η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία, Πόλις, Αθήνα 2007, σ. 71-106.
  4. Δημήτρης Πολυχρονάκης, Πιερότοι ποιητές στην εποχή της παρακμής. Το γέλιο ως επιθανάτιος ρόγχος, Αλεξάνδρεια 2015, σ. 392 (το κείμενο του Άγρα που παραθέτει ο συγγραφέας βρίσκεται στο βιβλίο του Άγρα Κριτικά, τόμ. Β΄, Ερμής, Αθήνα 1981, σ. 201).
  5. Γιάννης Δάλλας (από τον οποίο αντλώ και τη φράση του Τσάπλιν), «Σαρλώ και Ουέλλες – Παραπληρώματα των καιρών», Ευρυγώνια. Δοκίμια για την ποίηση και την πεζογραφία, Νεφέλη, Αθήνα 2000, σ. 243-255: 249 και 252.
  6. Το έργο του Σουπώ εμφανίστηκε το 1931, η μετάφραση του Κοτζιούλα δημοσιεύτηκε από τη η Λογοτεχνική γωνιά του Σταύρου Τσακίρη το 1954. Ευχαριστώ τον Νίκο Σαραντάκο που έθεσε υπόψη μου τη μετάφραση του Κοτζιούλα, καθώς και το κείμενο του Βασίλη Ρώτα που θα εξετάσω παρακάτω.
  7. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, τόμ. 21, τχ. 242, 15 Ιανουαρίου 1937, και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή Σιγανή φωτιά. Ποιήματα 1932-1935, Αθήνα 1938 [=Κοτζιούλας, Άπαντα, τόμ. Α, Δίφρος, Αθήνα 1956 και 22013, σ. 89].
  8. Για περισσότερα πάνω στο ποιητικό και κριτικό έργο του Κοτζιούλα βλ. Αθηνά Βογιατζόγλου, Ποίηση και πολεμική. Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα, επίμετρο-γλωσσάρι Νίκος Σαραντάκος, Κίχλη, Αθήνα 2015.
  9. Κοτζιούλας, «Ο φίλος μας ο Σαρλώ», Νοελληνικά Γράμματα, φύλλο 214, 4 Ιανουαρίου 1941, σ. 8.
  10. Νέοι Σταθμοί, τχ. 5, 20 Μαρτίου 1947, σ. 42.
  11. Ο Ρίζος της Δευτέρας, 16 Ιουνίου 1947. Επιπλέον, ο Ρώτας δημοσίευσε, στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας (23 Ιουνίου), ένα μονόπρακτο με τίτλο «Ο Σαρλώ στην Αθήνα. Θέατρον ο Καραγκιόζης».
  12. Ευχαριστώ τον Ευριπίδη Γαραντούδη που μου υπέδειξε το ποίημα.
  13. Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τόμ. Α, Τρία φύλλα, Αθήνα 1981, σ. 261-264.
  14. Κοτζιούλας, «Ο φίλος μας ο Σαρλώ», ό.π.

 

 

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: