ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

 

 

Με αφορμή μία θερινή ανάγνωση του Μικρού Ναυτίλου

Odysseas Elitis

 

­Έφη Κατσουρού­

 

Το καλοκαίρι ο χρόνος διαστέλεται και μαζί του πλαταίνει ο χώρος των αισθημάτων. Πιο πλούσια και πιο πυκνά εκδηλώνονται και συλλέγονται εκτοπίζοντας την μικρότητα και την κατήφια που αδρανείς αναμένουν τις ώρες του Σεπτέμβρη να επανενεργοποιηθούν. Οι άνθρωποι, πιο έτοιμοι παρά ποτέ, κάθε φέτος, εκ νέου, απ’ την αρχή αδημονούν να παραδοθούν, στους ανθρώπους, στις αισθήσεις, στα αναγνώσματα. Ίσως, βέβαια, κάτι τέτοιο να συμβαίνει σε όλες τις τομές του καιρού, σε όλες εκείνες τις παύσεις του χρόνου, μικρότερες ή μεγαλύτερες, που αποτελούνται από πεπερασμένο αριθμό ημερών αλλά άπειρο σύνολο στιγμών εγκαθιδρύοντας την αίσθηση (κάποτε την ψευδαίσθηση) μιας απέραντης ελευθερίας και την υπόσχεση πως όλα κάπου εδώ μπορούν να εκκινήσουν από την αρχή. Κάθε Χριστούγεννα, κάθε Ανάσταση, κάθε καλοκαίρι, γεννούν μία νέα ελπίδα, καθώς σπάζουν την αλυσίδα της μονότονης επανάληψης του καθημερινού. Το θέρος λίγο πιο πολύ, καθώς στην δική του περίπτωση, χάνεται η αιτιότητα, χαρίζοντας τη θέση της στην επιθυμία. Τα θρησκευτικά συγκείμενα, καλώς ή κακώς, αποτελουν ένα υπόβαθρο, το οποίο στις περισσότερες των περιπτώσεων, θάλλει ανενεργό. Ο Δεκαπενταύγουστος, δεν υπάρχει πια, παρά ως μια ημερολογιακή υπόμνηση, πέριξ της οποίας, οργανώνεται η θερινή ανάπαυλα, και σπάνια κανείς θυμάται το μήνυμά του, σπάνια γνωρίζει ότι πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας και ακόμη σπανιότερα πιστεύει ότι είναι οι Παρακλητικοί Κανόνες της Παναγίας, που συντονίζονται με την θαλασσινή αύρα και στέργουν τις ψυχές για να καθαρίσουν.

Αυτό το ζωογόνο κράμα, αγιοσύνης κι ελευθερίας, απαραίτητο για να κλείσουν οι παλιοί και να ανοίξουν οι καινούργιοι κύκλοι, σήμερα, που η μαγεία τείνει να χαρακτηρισθεί περιττή πολυτέλεια και η κοινωνικοοικονομική συνθήκη δημιουργεί έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τις μέρες της ραστώνης, είναι επιτακτική ανάγκη να αναδευθεί εκ νέου και να απελευθερώσει τις χαρόεσες ιδιότητές του. Κι ίσως, όταν όλα γύρω αδρανούν, οι άνθρωποι ακινητούν και τα τοπία θλίβονται, μόνη αρωγός στο κυνήγι του ανέφελου χρόνου να είναι η ποίηση. Και τόπος ιδανικός, η Ελλάδα του Ελύτη, μια χώρα που ’βγαινε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής του. Που την είπε κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξε πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπει [Μικρός Ναυτίλος] και αντηχεί, κάτι πολύ πιο βαθύ και εσωτερικό από αυτό, που έχει καθιερωθεί συνειρμικά να ανακαλείται στη θύμηση του ποιητή, για το ευρύ κοινό, με όρους, όπως, ο ποιητής του Αιγαίου και του ήλιου. Σαφώς, αμφότερα συναντώνται στο έργο του, αλλά ευρισκόμενα σε κατάσταση μίας διαρκούς περιδίνισης, η οποία άρχεται από το απόλυτο φως της διαρκούς ανά-γέννησης, όπως αυτό πρωτοπροβάλλει στους Προσανατολισμούς και χαμογελά περιπαικτικά από τα Ρω του έρωτα, για να καταλήξει στο απόλυτο σκότος της ανθρώπινης ύπαρξης, καθηλωτικά εκπεφρασμένο στα Ελεγεία της Οξώπετρας. Τα δύο αντίρροπα στοιχεία, οι δύο αυτοί πόλοι ή αλλιώς ο έρωτας πορφυρός και μελανός, όπως πραγματώνεται στη φύση και τη ζωή – ακροβατώντας μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, συντίθενται από και συνθέτουν συνάμα, αυτό που ίδιος αποκαλούσε ηλιακή μεταφυσική, και, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, συναντούν, μία από τις πιο ισόρροπες έκφρασεις τους στον Μικρό Ναυτίλο· εκεί που η αρχαιότητα και το Βυζάντιο, η Σαπφώ και οι Υμνωδίες, συνομιλούν με το παρόν συνδηλώντας στην εγκαθίδρυση μίας διαχρονίας, όπως αυτό συμβαίνει σε ένα βυζαντινό ξωκκλήσι, όπου θεμελιώνεται στην αρχαία γη του ελληνικού τοπίου χρησιμοποιώντας για οικοδομικά υλικά θραύσματα από τα ερείπια αρχαίων ναών και κορινθιακά κιονόκρανα ατάκτως ερριμένα στη λιθοδομή του.

Ο Ελύτης του Ναυτίλου, διανύοντας την περίοδο της ποιητικής του ωριμότητας χειρίζεται δεξιοτεχνικά τις φόρμες και τις έννοιες, λαξεύει το σκληρό υλικό της ελληνικής γλώσσας, επιβεβαιώνοντας την βαθειά μαθητεία του στους προπάτορές του, ενώ, την ίδια στιγμή, καταφέρνει να διατηρεί μία ποιητική παιδικότητα, που αφοπλίζει με την οξύτητα μετάδοσης των αισθημάτων και των νοημάτων και κάνει την αυστηρή γεωμετρία της σύνθεσής του να μοιάζει προϊόν δοσμένο από τη φύση. Με άλλα λόγια -πιο ποιητικά- στην ποίησή του αποτυπώνεται μία γεωμετρία του βράχου, όπου, όπου βράχος η γλώσσα και όπου Ελύτης το κύμα. Και το ποίημα, αποτέλεσμα, όχι της στιγμιαίας ριπής ανέμου που παρακίνησε τα ύδατα, αλλά μιάς σκληρής, οργασμικής και επώδινης συνουσίας, της οποίας ο άνεμος υπήρξε μόνον η αφορμή. Ο ίδιος ο Ελύτης επισημαίνει «ο αναγνώστης, εκείνος που μετέχει στο ποίημα, αισθάνεται ότι μπορεί να κινείται κι εδώ και στον ουρανό, στους δρόμους της πολιτείας και στους προθαλάμους των αγγέλων. Μια τέτοιου είδους καθαρότητα δε γίνεται ποτέ να πραγματωθεί ενόσω το σχέδιο συγχέεται με το χρώμα, η μία σκιά μπαίνει μέσα στην άλλη, το τρίγωνο γίνεται σκαληνό και ο κώνος κόλουρος, για να χρησιμοποιήσω εξεπίτηδες μερικούς όρους της γεωμετρίας. Επειδή και το πιο παράφορο παραμιλητό έχει, οφείλει να έχει, την αφανή γεωμετρία του.»1. Και επαληθεύει τα λόγια του με κάθε χειρισμό του υλικού του. Δεν εφησυχάζεται ποτέ και δεν επαφίεται στην έμπνευση την οποία κατανοεί ως «στιγμιαίο φορέα μιας δωρεάς», αλλά ποτέ αρκετή για την στέρεη οικοδόμηση ενός ποιητικού συνόλου. Προκαλεί το ποιητικό συμβάν και κάθε έργο του αποτελεί ένα ζύγισμα φτερού στον άνεμο, έναν πειραματισμό με το υλικό του, με το οποίο βρίσκεται σε σχέση ερωτική, απόλυτης διάδρασης και επιδιώκει να το φτάσει έως τα άκρα του.

Ο Ναυτίλος, έργο καθαρόαιμα συνθετικό, διαβάζεται ως μία κομβική στιγμή, για τη μετά Νόμπελ εποχή του2. Οι αρετές της ποίησής του, παρούσες και ακμάζουσες σε αυτόν, δύνανται να τον καταστήσουν, κατά συνθήκην και για την εκκίνηση μίας μελέτης, καθρέφτη του συνολικού του έργου. Ποικιλία μορφών, που κινείται από το πεζοποίημα και τον ελεύθερο στίχο μέχρι μορφές, οι οποίες παραπέμπουν στα υπερρεαλιστικά παίγνια και δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην εικόνα του ποιήματος επάνω στο λευκό χαρτί και ταυτόχρονα, λόγος ομολογητικός, που περισυλλέγει, με την χαϊντιγκεριανή χρήση του ρήματος, τα στοιχεία-νοήματα ολόκληρης της ποιητικής του. Ο έρωτας, πάντα παρόν, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να συναντά τον μοναδικό αποδέκτη, χωρίς απεύθυνση, όπως συμβαίνει χαρακτηριστικά στο Μονόγραμμα, προβάλλει ως ένσαρκη ιδέα, το ελληνικό τοπίο, ως ένας χώρος μεταιχμιακός του εδώ και του επέκεινα, της πραγματικής και της ονειρικής γεωγραφίας, η ιστορία, ατομική και συλλογική, ως σύνθεση στιγμών και εικόνων μίας καταλυμένης χρονικότητας και οι λέξεις, ως ένας θησαυρός μέσα από τον οποίο και μέσα στον οποίο, αναδύεται και καταβυθίζεται ο άνθρωπος και ο ποιητής, για να συνθέσει τον ποιητικό του χωροχρόνο. Η ανθρώπινη ύπαρξη δε γίνεται κατανοητή, παρά ως ένα μωσαϊκο από τύπους στιγμών, τους οποίους συλλέγει και συγκρατεί η μνήμη δημιουργώντας μιαν αποθήκη αισθημάτων.

Ξαναδιαβάζοντας τον Ναυτίλο, υπό ένα πρίσμα περισσότερο ερευνητικό, εμμένω ιδιαίτερα σε έννοιες, όπως ο χώρος και ο χρόνος, γιατί ο ίδιος ο Ελύτης, περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα ποιητή, επιδιώκει να φωτίσει έναν μυστικό δίαυλο, που διαισθάνεται ότι ενυπάρχει, μεταξύ ποίησης και αρχιτεκτονικής και να καταδείξει τις υπόγειες συζεύξεις τους. Στα δοκίμιά του, συχνά, μιλά για την αρχιτεκτονική του τόπου, ως φορέα αξιών, αισθημάτων και βιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει την προσωπική του θεωρία για την κατασκευή του ποιήματος, χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο αντλούμενο από τη γλώσσα της αρχιτεκτονικής. Από τα ποιήματά του εκπορεύεται μία ποιητική αντίληψη του χώρου, όπως αυτή θεωρητικά ορίζεται από τον γάλλο φαινομενολόγο Gaston Bachelard, καθώς σμιλεύει τα τοπία και τα κτίσματα με τα δικά του εργαλεία και παραδίδει στον αναγνώστη απτές εικόνες ονείρου – χώρους οικειότητας έτοιμους προς κατοίκηση. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο Τα δημόσια και τα ιδιωτικά: «Ξέρω με κάθε λεπτομέρεια πως και γιατί χτίστηκε το τοιχάκι της εκκλησίας έτσι, σε τόσο ανισόπεδο έδαφος. Αναγνωρίζω την αρχική μορφή που πρέπει να είχε το σπίτι με τις τρεις κολόνες. Αποδίδω τη δέουσα σημασία που έχει ένας τενεκές με ηλιοτρόπια στο κεφαλόσκαλο μιας εσωτερικής αυλής. Συνελόντι ειπείν, έχω γίνει ένας μικρός Παυσανίας των αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα []»3 Με τις αράδες αυτές επιβεβαιώνεται μια βαθειά εγγενής σχέση του ποιητή με την αρχιτεκτονική σπουδή. Τα λόγια του, θα μπορούσε κανείς να τα έχει συναντήσει στις ημερολογιακές σημειώσεις ενός αρχιτέκτονα, στα τετράδια του Άρη Κωνσταντινίδη ή στα κείμενα του Δημήτρη Πικιώνη, μιας και με λακωνικότητα συνοψίζουν αυτό που αποτελεί τη βάση για μία συναισθηματική προσέγγιση της οργάνωσης του χώρου, την ανάγνωση δηλαδή, του τόπου και του τοπίου.

Όλες οι συλλογές του απόλυτα γεωμετρημένες, προδίδουν ταυτόχρονα με τον ποιητικό και έναν μαθηματικό τρόπο σκέψης, που οργανώνει τον πλούτο των εικόνων του. Κάθε ποίημά του αποτελεί μέρος ενός συνόλου και κάθε συλλογή ενός ευρύτερου. Κάθε μία και όλες μαζί, συνάμα, αρθρώνουν μία αυτόνομη ποιητική φράση μέρος ενός ρέοντος ποιητικού όλου, αφού το έργο του, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Ευριπίδης Γαραντούδης, περισσότερο από κάθε άλλου Έλληνα ποιητή, μπορεί να διαβαστεί ως μία συνέχεια4. Η παρατήρηση αυτή, όχι απλά επιτρέπει αλλά ωθεί προς μία μελέτη αναζητήσης της κατασκευής, που ενυπάρχει πίσω από αυτό, τόσο σε επίπεδο συνόλου όσο και σε επίπεδο λεπτομέρειας, άρθρωσης και συντακτικού του στίχου του, μέσα από το πρίσμα του αρχιτεκτονικού λόγου. Ταυτόχρονα όμως, από άποψη περιεχομένου και νοηματικής υπόστασης της έννοιας του χώρου στην ποιητική του, ανοίγεται ένα άλλο μεγάλο πεδίο έρευνας, αφού μέσα από το κοσμοείδωλό που οικοδομεί εξάρει την έννοια του τόπου, η οποία αποτελεί βασική συνιστώσα της αρχιτεκτονικής σπουδής και τον οικείο χώρο του ελάχιστου. Χαρακτηριστικοί, για την σπουδαιότητα της λιγοσύνης, είναι οι στίχοι του από τον Μικρό Ναυτίλο: «Κοιτάζω τoν ασβέστη αντίκρυ στoν τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά τό ταβάνι μέ τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυό μου σάνταλα. Έχω στό πλάϊ μου κι ένα βιβλίο. // Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δέ μου λέει τίποτα να παραδοξολογώ. Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.[…]» [ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ, VΙΙΙ]. Η αντίληψή του για την  έννοια του χώρου και την κατοικησιμότητα αυτού, ριζώνει σε μία βαθειά φαινομενολογική θέαση των ζητημάτων της αρχιτεκτονικής, όπου κάθε χώρος δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του, αλλά από χαρακτηριστικά φυσικά (όπως ο ήλιος, η σκιά, η θερμότητα, το χρώμα) και τα συγκείμενα που τον πλαισιώνουν, δηλαδή τα βιώματα και τις μνήμες που έχουν σωρευτεί σε αυτόν και τον φορτίζουν.

Με άξονα λοιπόν, τον Μικρό Ναυτίλο, χρησιμοποιώντας τον ως δοκιμαστικό δοχείο, για μία μελέτη της ποιητικής του Ελύτη, αναφορικά με την αρχιτεκτονική, παρατηρείται μία σχέση με αυτή δύο επιπέδων, μορφολογική και νοηματοδοτική: από την πλευρά της σύνθεσης, χειριζόμενος ποικίλους τύπους μορφών και οργανώνοντας κάθε ποίημά του ως μέρος ενός όλου, ο Οδυσσέας Ελύτης προβάλλει, ως ένας χειρώναξ της αρχιτεκτονικής του λόγου. Ως ένας αρχιτέκτονας παραγωγής, που δοκιμάζεται στο σκληρό υλικό της γλώσσας, οικοδομώντας στέρεες λεκτικές κατασκευές που θάλλουν ακλόνιτες μέχρι σήμερα και πλήρως ενταγμένες στο ελληνικό φυσικό και γλωσσικό τοπίο. Με το έργο του, πολύ συνειδητά, δημιουργεί, όπως παραδειγματικά προοιωνίζει στο αρχειακής φύσης ποίημα του Μικρού Ναυτίλου, «Ο ταξιδιωτικός σάκος», ένα ποιητικό μωσαϊκό από τα θραύσματα οικείων εικόνων και λόγων συλλεγμένων στο μακρύ ελληνικό του ταξίδι, ανοίγοντας έναν διάλογο με τους προγόνους και συγχρόνους ομότεχνούς του και παραδίδοντας την δική του εκδοχή για αυτό που ορίζει η Julia Kristeva, ως διακειμενικότητα και μελετά ο Gerard Gennete στα δικά του Παλίμψηστα. Τα λουλούδια, η κόρη Θηρασιά, τα αρχαία μάρμαρα, η μικρή Κουμπώ του Παπαδιαμάντη, ο Όμηρος και φράσεις από τούς ύμνους του Ρωμανού του Μελωδού συγκατοικούν στην ποιητική του Ελύτη σε έναν τόπο αδιαίρετο και οικοδομούν το δικό του διακείμενο. Μεσα στο ποιητικό του σύμπαν ενσωματώνει δημιουργικά κομμάτια της ελληνικής λογοτεχνικής και γραμματειακής παράδοσης από την αρχαιότητα μέχρι τη Βίβλο, αλλά και αναφορές σε νεώτερους και σύγχρονούς του, Έλληνες και ξένους ποιητές. Στο προαναφερθέν, μάλιστα, ποίημα, παραδίδει με απόλυτη διαφάνεια τον χάρτη των διακειμενικών και συγκειμενικών του αναφορών.

Εξετάζοντας, ταυτόχρονα, την ποίησή του από πλευράς περιεχομένου και με γνώμονα τα τοπία χώρου που πλάθει, συναντάμε έναν στοχαστή της αρχιτεκτονικής, οι ποιητικές εικόνες του οποίου συνθέτουν μία προσωπική φιλοσοφία του χώρου, που ισορροπεί κάπου ανάμεσα στο μοντέρνο κίνημα και την παραδοσιακή (ανώνυμη) αρχιτεκτονική, ή πιο σωστά προχωρά σε ένα δημιουργικό συνταίριασμα των δύο. Εστιάζει ιδιαίτερα στην αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στο αίσθημα του τόπου και την εμπειρία του χώρου, σε αυτό δηλαδή, που ο Christian Norberg Schulz5 αποκαλεί genius loci (=πνεύμα του τόπου) και στον ιδανικό τρόπο οικειοποίησης του ελάχιστου, στοιχείο που κανείς συναντά άρτια εκπεφρασμένο, τόσο στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική των νησιωτικών τοπίων όσο και στο μανιφεστικής χροιάς, less is more, του μοντέρνου κινήματος. Και ενώ ο Ελύτης, από άποψη οργάνωσης του λόγου του είναι πλήρως ταυτισμένος με την μοντέρνα αρχιτεκτονική της απελευθέρωσης της μορφής, από άποψη περιεχομένου, το πρότυπο του ελαχίστου, που συνεπαγωγικά οδηγεί στο οικείο, το αντλεί από την παράδοση και κινείται προς μία δημιουργική αναδιατύπωση αυτού, που σε όλες τις μορφές τέχνης ορίζουμε ως λαϊκό.

Η ποιητική του, λοιπόν, πέρα από όλα όσα έχουν γραφεί ή ειπωθεί μέχρι σήμερα, μπορεί, όσο και αν φαντάζει παράξενο στο άκουσμα του, να αποτελέσει μία ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική πρόταση για τον τρόπο που ένας αρχιτέκτονας οφείλει να πράττει σε μία χώρα, που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Γιατί οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας αρχιτέκτονας που έρχεται να προσθέσει τη δική του φράση στο κείμενο του τόπου, όπου δεσπόζουν τα ερείπια μιάς αρχαιότητας στις χαράξεις ενός Ικτίνου και ενός Καλλικράτη, είναι όμοιες με εκείνες που αντιμετωπίζει ο ποιητής που χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος. Και στο βαθμό που το κτίζειν μπορεί να γίνει κατανοητό ως συνάρτηση του κατοικείν και του σκέπτεσθαι6, η ποίηση του Ελύτη, μπορεί να αποτελέσει μία ολοκληρωμένη πρόταση για μία δημιουργική επανακατοίκηση του ελληνικού χωροχρόνου, την θέαση των πλατωμάτων και των εγκολπώσεών του εκ νέου ως τόπους τοπείων και τις στιγμές του θέρους του ως παύσεις ικανές να οδηγήσουν στην ελευθερία αισθημάτων κι αισθήσεων. Να βοηθήσει, δηλαδή, στην επαναμάγευση του τόπου και του θέρους, που μέσα από μία τουριστική συνθήκη, άτακτης κινητικότητας, που τείνει να γίνει καθεστώς, μεταποιεί τον άνθρωπο από συλλέκτη στιγμών σε μέσο αποθηκευτικό αδρανών συναισθητικά εικόνων. Ακόμη κι έξω από το θρησκευτικό συγκείμενο για κάποιον, ο περίπατος σε ένα θαλασσινό ξωκκλήσι με τον Μικρό Ναυτίλο υπομάλις, στα Εννιάμερα της Παναγίας, μπορεί να οδηγήσει σε μιαν άλλη πίστη, ισχυρή, που την ώρα που η πρώτη σταγόνα της βροχής, θα σκοτώνει το καλοκαίρι, ένα νέος κύκλος θα ανοίγει, μία νέα ζωή θα βρίσκεται στα σπάργανα.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Οδυσσέας Ελύτης, «Η μέθοδος του “Άρα”», aν Λευκ΅, Αθήνα, Ίκαρος, 2011, σελ.172.
  2. “Το έργο αυτής της γόνιμης εποχής, που υπερισχύει έναντι άλλων επίσης πολύ σημαντικών, είναι Ο Μικρός Ναυτίλος (1985). Δομημένο στέρεα και καθαρά, συναποτελούμενο από κείμενα σε πεζό λόγο ή σε στίχο τοποθετημένα γεωμετρικά […]”, Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Οδυσσέας, 2003, σελ.467.
  3. «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», aν Λευκ΅, ό.π., σελ. 373.
  4. Η ελληνική ποίηση τον εικοστό αιώνα. Επίτομη Ανθολογία, Ανθολόγηση-Πρόλογος: Δώρα Μέντη, Εισαγωγικά Σημειώματα: Ευριπίδης Γαραντούδης, Αθήνα, Gutenberg, 2016., σελ. 142.
  5. Βλ. Norberg-Schulz, Christian, Genius Loci, Το Πνεύμα του Τόπου, Για μια Φαινομενολογία της Αρχιτεκτονικής, μτφρ.: Μίλτος Φραγκόπουλος, Αθήνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π., 2009
  6. Αναφορά στη θεωρία περί κατοίκησης του Martin Heiddeger, όπως αυτές αναπτύσσονται στα κείμενα του, Κτίζειν κατοικείν σκέπτεσθαι και Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος.
Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: