Ταξίδι στη χώρα του ντανταϊσμού (Αχιλλέας Κατσαρός, Cabaret Voltaire, Μίνθη, Ιωάννινα 2016)

Ταξίδι στη χώρα του ντανταϊσμού

 

Αχιλλέας Κατσαρός, Cabaret Voltaire, Μίνθη, Ιωάννινα 2016

 

-Θανάσης Αγάθος-

 

cabarait_voltaire

Cabaret Voltaire του Αχιλλέας Κατσαρού

Ο Αχιλλέας Κατσαρός, με το Cabaret Voltaire, την τέταρτη ποιητική συλλογή του (έχουν προηγηθεί οι συλλογές Ιχνηλάτες Ανέμων, αυτοέκδοση, Αθήνα 2013, Η χειρουργική των έσω ουρανών, εκδ. Ars Poetica, Αθήνα 2014 και Οδός βράχων ανατολικά, εκδ. Θράκα, Αθήνα 2015), δείχνει έντονα την επιθυμία του να επιχειρήσει ένα γοητευτικό ταξίδι στην περιοχή του ντανταϊσμού. Ήδη ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει ευθέως στο θρυλικό Cabaret Voltaire της Ζυρίχης, που εγκαινιάστηκε από τον Χούγκο Μπαλ στις αρχές του 1916 και αποτέλεσε χώρο συνάντησης και κομβικό σημείο επαφής των πρώτων ντανταϊστών, αλλά και στο ομότιτλο περιοδικό, που εκδόθηκε την ίδια χρονιά και αποτέλεσε το πρώτο πεδίο συλλογικής έκφρασής τους, ενώ οι 2 μικρές εικόνες που κοσμούν το τέλος της δεύτερης και της τρίτης ενότητας της συλλογής προέρχονται από τα ημερολόγια του Γάλλου ποιητή Τριστάν Τζαρά, ιδρυτή του κινήματος του Ντανταϊσμού.

 

Η ποιητική σύνθεση του Κατσαρού διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες με τίτλους «Ορχήστρες Αθηνών και πάσης Ελλάδος», «Η κυρία Νταντά Σουρεάλ» και «Λαβίδα» αντίστοιχα, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί σε μιαν ημέρα. Το στοιχείο του θανάτου διαπερνά όλη τη σύνθεση και κάνει αισθητή την παρουσία του από τον πρώτο κιόλας στίχο («Κάθοδος στον Άδη», σ. 9), ενώ η ιδέα μιας ορχήστρας ζώων κυριαρχεί σε όλη την πρώτη ενότητα. Μετά από ένα εισαγωγικό κομμάτι όπου δίνονται πληροφορίες για τον μαέστρο που «θυμίζει δέντρο» και για κάποια ζώα-μέλη της ιδιότυπης ορχήστρας, όπως το «πορτοκαλί σκυλί / με καπέλο δέκατου ένατου αιώνα» (σ. 11), τα «τρία άλμπατρος με μύτες φαγκότα» (σ. 11), η προβατίνα, το χταποδάκι που παίζει πιάνο και η «ισχνή αγελαδίτσα» (σ. 12), ακολουθούν οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του αχινού, της καμηλοπάρδαλης, του «αλητόγατου ροκά με τατουάζ στους ώμους», του αλόγου, του πύθωνα, του «κανίς περιωπής» (σ. 18). Η ενότητα παραπέμπει τόσο στο βιβλίο του Τζωρτζ Όργουελ Η φάρμα των ζώων όσο και στη μουσική σύνθεση Το καρναβάλι των ζώων / Le Carnaval des animaux του Καμίγ Σαιν-Σανς και στην ταινία του Φεντερίκο Φελίνι Πρόβα ορχήστρας. Κομβική είναι η σημασία του στίχου «εν τέλει ο ρυθμός είναι το αμάρτημα» (σ. 11).

Η δεύτερη ενότητα φέρει τον τίτλο «Η κυρία Νταντά Σουρεάλ», που δηλώνει απροσχημάτιστα τη διάθεση του Κατσαρού να αποτίσει φόρο τιμής όχι μόνον στον ντανταϊσμό αλλά και στον σουρεαλισμό, ενώ τα ποιήματα χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι αποδέκτες τους είναι ο «ανθολόγος» Αντρέ Μπρετόν και ο «ποιητής Τάσος Δενέγρης», ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του 1970. Η ενότητα ξεκινά με τη φράση «Παρατήρηση των εγκοσμίων στον τόπο των κεκοιμημένων ή τι θα μπορούσε να ειπωθεί για τον θάνατο την ώρα που τον μελετάς στον φυσικό του χώρο». Ο θάνατος εδώ είναι πανταχού παρών μέσα από συνήθως απροσδόκητους συνδυασμούς λέξεων και δυνατών εικόνων: «μαύρο χιούμορ του θανάτου / το διαβατήριο στο χάος» (σ. 23), «η μασέλα της γριάς καλογέρεψε / βρέθηκε νεκρή από το κρύο / να διαβάζει τον τελευταίο πειρασμό» (σ. 24), «λες και οι νεκροί σου έφαγαν την κραυγή» (σ. 25), «Στη γιορτή των νεκρών μαζευόμαστε / χίλιοι τριακόσιοι δώδεκα άνθρωποι περίπου» (σ. 26), «αυτή η νεκροκεφαλή / στη μέση του πλήθους / πώς διάβολο βρέθηκε ανάμεσά μας;» (σ. 26), «Ο βασιλιάς των νεκρών χορεύει μες / το / φέρετρο» (σ. 27), «τα χέρια χαϊδεύουν τους νεκρούς πολιτισμούς» (σ. 27), «τα φέρετρα μαλακώνουν» (σ. 27). Στην ίδια ενότητα η ποιητική των ζώων  συνδέεται, κατά τρόπο ευφάνταστο, με τη γλώσσα, τα σημεία στίξεως και τα μέρη του λόγου: «η ποιητική των ζώων έχει σημασία / για τη γλώσσα ως αντίστιξη / ή ως μετα-θαυμαστικό / μελανόμορφο ή ερυθροπυρίτις / το ουσιαστικό / ελικοφόρο και στροβιλιζόμενο / με κάποια στίλβη παραμάσχαλα / απροσδιόριστη / το ρήμα» (σ. 29). Πολύ προσεκτική η επιλογή των «χρωμάτων των εραστών», αναδύει έναν ερωτισμό που αποφορτίζει κάπως την πεισιθάνατη ατμόσφαιρα της ενότητας: «κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο δειλινό στο χιόνι» (σ. 30).

Η τρίτη ενότητα, με τον τίτλο «Λαβίδα», αντιστοιχεί στην –υποτίθεται– αναστάσιμη ημέρα, όπου, ωστόσο, «η κόλαση είναι πιο ισχυρή από κάθε περιγραφή» (σ. 37) και η όλη ατμόσφαιρα θυμίζει Αποκάλυψη, με το ηφαιστειογενές τοπίο της Νισύρου, τους νεκρούς στην Καλλονή της Λέσβου (ευθεία παραπομπή στην προσφυγική τραγωδία των ημερών μας), τα «βρέφη που δεν θα προλάβουν να γίνουν κλαδί» (σ. 38), τις «επίχρυσες μάνες καραμελωμένης αμαρτίας» (σ. 38) και τις «ωδές λαιμητόμων» (σ. 38). Η σύνθεση κλείνει με ένα απόσπασμα από «ραδιοφωνική εκπομπή του μέλλοντος» (σ. 39), όπου μια απελπισμένη φωνή διατυπώνει κοφτά ερωτήματα σχετικά με το εάν εξακολουθούν «εκεί έξω» να υπάρχουν στοιχεία συνυφασμένα με την ομορφιά της ζωής, τα όνειρα, την αγάπη, την ποίηση, τον άνθρωπο (σ. 39), εκφράζοντας έτσι την αγωνία κατάρρευσης ενός ολόκληρου αξιακού συστήματος.

Τα ουσιώδη ερωτήματα που κλείνουν το ποίημα μένουν, βέβαια, αναπάντητα ή μάλλον ανοιχτά. Όπως έχει εύστοχα υποστηρίξει ο Διονύσης Μαρίνος, αναφερόμενος σε μιαν άλλη συλλογή του Κατσαρού, το Η χειρουργική των έσω ουρανών: «Τα ανθρώπινα ερωτήματα διατρέχονται, μέσω της δικής του κρυπτικής γλώσσας, μέχρι τα μέσα βάθη, αλλά και πάλι ερωτήματα παραμένουν – όπως οφείλει να γίνεται με την τέχνη σε όλες τις μορφές της που δεν αναζητάει απαντήσεις οι οποίες έτσι και αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά επεμβαίνει χειρουργικά στις μεγάλες διερωτήσεις»[1].

Στη σύνθεση του Αχιλλέα Κατσαρού διακρίνονται αρκετές ονομαστικές αναφορές σε δημιουργούς από τον χώρο της μουσικής, της γλυπτικής, της λογοτεχνίας: Νικόλας Άσιμος (σ. 15), Γιαννούλης Χαλεπάς (σ. 18), Αντρέ Μπρετόν (σ. 23), Τάσος Δενέγρης (σ. 24), Άγγελος Σικελιανός (σ. 24), Νίκος Καζαντζάκης (σ. 24), Τριστάν Τζαρά. Αυτή η εκλεκτή αλλά ετερόκλητη ομάδα δείχνει την ευρύτητα της παιδείας του Κατσαρού, αλλά και την ικανότητά του να αφομοιώνει γόνιμα τις επιδράσεις του από όλους τους χώρους της τέχνης και να διαλέγεται δημιουργικά με αυτούς που εκτιμά και θαυμάζει, χωρίς ποτέ να χάνει η ποίησή του την ατομικότητά της. Πέρα από την προφανέστατη διάθεση του ποιητή να αποτίσει φόρο τιμής στους ντανταϊστές, για την οποία έγινε ήδη λόγος παραπάνω, στη σύνθεση ανιχνεύονται και υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά και επιρροές από ποιητές της πρώτης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ενώ τα αφηγηματικά μέρη συνυπάρχουν με τα περιγραφικά και τα ονειρικά στοιχεία εναλλάσσονται με τα ρεαλιστικά. Ωστόσο, όλα αυτά τα στοιχεία διαπλέκονται σε μιαν ενιαία σύνθεση, με έντονη την αίσθηση της συνοχής και της συνέχειας από ενότητα σε ενότητα, από στίχο σε στίχο.

Ο λόγος του Κατσαρού είναι μεστός, ουσιαστικός, πειθαρχημένος, απαλλαγμένος από οτιδήποτε περιττό. Τα επίθετα είναι σχετικά λίγα, αλλά πολύ προσεκτικά επιλεγμένα, ενώ τα ρήματα κυριαρχούν με την ευκρίνεια και την οξύτητά τους. Η φροντίδα του ποιητή για τη γλώσσα, απόρροια του εξαιρετικού φιλολογικού οπλισμού του, δημιουργεί την αίσθηση μιας διαρκούς και ενδελεχούς διαδικασίας αναζήτησης γλωσσικής ταυτότητας.

Σε όλη τη συλλογή δημιουργούνται ισχυρές και απροσδόκητες εικόνες. Η εικονοπλαστική δύναμη του Κατσαρού εντυπωσιάζει με την τολμηρότητα και τη διαύγειά της: εικόνες άλλοτε σουρεαλιστικές, άλλοτε τρυφερές, άλλοτε επώδυνες, άλλοτε εφιαλτικές, άλλοτε κωμικές, συνδυασμοί χρωμάτων και σχημάτων που αφήνουν τη φαντασία αχαλίνωτη και παρέχουν τροφή για στοχασμό.

Ο δυναμισμός, ο ουμανισμός και ο ερωτισμός που αποπνέουν οι στίχοι της σύνθεσης αποτελούν ένα ευφάνταστο κράμα, αντιπροσωπευτικό της ποίησης της γενιάς της κρίσης και της διάθεσής της να αντιμετωπίσει στιβαρά τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα και να πει ναι στη ζωή. Παρά την έντονη παρουσία του θανάτου και των νεκρών στο Cabaret Voltaire, η τελική εντύπωση δεν είναι τόσο απαισιόδοξη: τα ανθρωπόμορφα ζώα της ορχήστρας και οι «κεκοιμημένοι» του Κατσαρού δείχνουν να περιφρονούν, να ειρωνεύονται τον θάνατο και το σκότος και να αφήνουν την ελπίδα ότι, τελικά, «εκεί έξω» (σ. 39) υπάρχει «αγάπη πέρα από την αγάπη» (σ. 39), «ποίηση πέρα από την ποίηση» (σ. 39) και «άνθρωπος μετά το τέλος του ανθρώπου» (σ. 39).

[1] Διονύσης Μαρίνος, «Ο αρχέγονος μύθος του ανθρώπου», περ. Fractal, Φεβρουάριος 2015, προσβάσιμο στην ιστοσελίδα: http://fractalart.gr/o-archegonos-mithos-tou-anthropou/

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: