Μικρό Αφιέρωμα στον Ορέστη Αλεξάκη

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Ορέστης Αλεξάκης

alexakis

Ορέστης Αλεξάκης

Επιμέλεια Αφιερώματος: Χρύσα Σπυροπούλου­

Ορέστης Αλεξάκης:
ο ποιητής των πειραματισμών και των κανόνων

Ποίηση υποβολής, με εικόνες, διαφορετικές τεχνικές,
πάντα εύρυθμη, το έργο του Ορέστη Αλεξάκη.
­Χρύσα Σπυροπούλου­

Ενας σημαντικός ποιητής της Β΄ μεταπολεμικής γενιάς, ο Ορέστης Αλεξάκης (γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931), απεβίωσε το Σάββατο 16 Μαΐου. Ασχολήθηκε, εκτός από την ποίηση, με το δοκίμιο και την κριτική, έγραφε, για μία περίοδο, κριτικά σημειώματα στο περιοδικό «Ευθύνη», ενώ επιμελήθηκε τον τόμο με τα σονέτα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και ανθολόγησε ποιητικές φωνές μαζί με τον ποιητή και φίλο του Τάσο Κόρφη.
Το 2011 κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος του έργου του υπό τον τίτλο «Ποίηση», ο οποίος περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν από το 1960 έως το 2009 και δείχνουν τη μακρά και δημιουργική περίοδό του έως και «Το άλμπουμ των αποκομμάτων», το 2009, με σταθμό την ποιητική συλλογή «Η Περσεφόνη των γυρισμών», που δημοσιεύτηκε το 1974.
Ο Ορέστης Αλεξάκης πειραματίστηκε και υιοθέτησε διάφορες τεχνικές, πότε τον ελεύθερο στίχο πότε τον παραδοσιακό, τον πειθαρχημένο, αυτόν με τους κανόνες, ενώ πολύ συχνά δεν χρησιμοποιούσε τα σημεία στίξης, προτείνοντας, με την επιλογή αυτή, την ένωση των στίχων του, ενός ή πολλών κύκλων λέξεων και ιδεών, αλλά και την πρόταση ότι το ποίημα συνεχίζεται αενάως, πιθανόν με τη συμμετοχή του αναγνώστη, ότι ο υποτιθέμενος κύκλος διαρκώς ανανεούται, ότι το ποίημα συνεχίζεται στο διηνεκές εντός της ολότητας και της νομοτέλειας.
Άλλα χαρακτηριστικά του έργου του, ακόμη και των πεζοποιημάτων του, είναι η δραματικότητα καθώς και η αφηγηματικότητα, τη στιγμή μάλιστα που προβάλλονται διάφορα προσωπεία, ενώ το ποιητικό «εγώ» συνομιλεί με τον έτερο, με ένα ακαθόριστο «εσύ», το οποίο, ωστόσο, μεταμορφώνεται διαρκώς και υιοθετεί διαφορετικά πρόσωπα ή προσωπεία κάθε φορά, ως να υπάρχει ένα συλλογικό «εγώ» εντός του οποίου εμφανίζονται πολλά άλλα μικρότερα, όσα συνιστούν τη συλλογική μοίρα.
Η μουσικότητα των στίχων, πάντως, είναι κύριο στοιχείο ακόμη και των πιο λιτών και λακωνικών στίχων, μια τεχνική που ενώνει το υποκείμενο με τους τόπους, τα άτομα και τις ιδέες και δημιουργεί, παράλληλα, ισορροπία και αρμονία ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η θεματική των ποιημάτων τις αναιρεί και τις υπονομεύει. Αυτή η αντιπαλότητα, ωστόσο, και η αντιπαράθεση των ομοίων ή των διαφορετικών γίνεται η αιτία να προκύψει το παράδοξο, το οποίο περιλαμβάνει το στέρεο και το ρευστό ταυτοχρόνως, το διαρκές και το εφήμερο, τη μνήμη αλλά και τη λήθη. Οι εικόνες των ποιημάτων του έχουν την υφή του ονείρου, γίνονται τόποι και τοπία όπου συναντώνται οι ζώντες και οι τεθνεώτες, ενώ οι εσωτερικές συνομιλίες δίνουν τον τόνο της σπαρακτικής φωνής που συνδέει το παρόν με το παρελθόν και που τονίζει τις αντιφάσεις και τις αμφιθυμίες ενός θρυμματισμένου «εγώ».
Η ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη είναι ποίηση υποβολής, πότε ερμητική και πότε εύληπτη, είτε με έμμετρη μορφή είτε με ελεύθερο στίχο, πάντα, πάντως, εύρυθμη· και περιγράφει με αυτά τα μέσα τις αντιφάσεις της πραγματικότητας, μια και αυτή είναι το φόντο της, ενώ οι εικόνες της σταδιακά εξελίσσονται και μεταλλάσσονται σε εικόνες υπερβατικές και παράδοξες, οι οποίες εισχωρούν σε χώρους μεταφυσικούς και άκρως ρευστούς.
Και όπως έγραψε ο ποιητής: «Η Μαρία μου φέρνει μαργαρίτες / μου φέρνει περιστέρια κι ένα γράμμα / Δεν έμαθε η Μαρία πως ταξιδεύω / πως πια δεν κατοικώ σ’ αυτό το σώμα» («Η επίσκεψη», από τη συλλογή «Η Λάμψη», 1983).


Προσωπική αναφορά
­Δημήτρης Αγγελής­

Στην Όλια Αλεξάκη επειδή

Θα ’ταν τον Δεκέμβριο του 1995 ή στις αρχές του 1996 όταν γνώρισα τον Ορέστη Αλεξάκη στο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Φίλων, στην περίφημη στοά της Πανεπιστημίου 10. Εγκάρδιος και ανοιχτός στη συζήτηση (θυμάμαι που έψαχνε να διαβάσει Φίχτε και τη χαρά του όταν του είπα πως μπορώ να του δανείσω κάποια βιβλία για τη φιλοσοφία του), κέρδισε αμέσως την προσοχή μου ανάμεσα στους τόσους περαστικούς ποιητές κι έτσι με περιέργεια σηκώθηκα κάποια στιγμή και τράβηξα τον Ληξίαρχο από το ράφι για να τον γνωρίσω καλύτερα.
Το βιβλίο αυτό ήταν μια αποκάλυψη: η προσήλωση στο θέμα των απαρηγόρητων νεκρών και της μνήμης, τα ανοιχτά πηγάδια κι οι ζωντανές καταπακτές των παλιών σπιτιών, η «Μαρία ή το θαύμα της γιορτής», τα «Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι» και «Χειμών δριμύς επέρχεται» με τον ρυθμό και τις συναρπαστικές τους εικόνες, με άγγιξαν στην περίοδο ακριβώς που μόλις ανακάλυπτα τους σύγχρονους Έλληνες ποιητές. Είναι ένα από τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι συχνά, κάτι σαν καταπραϋντικό αντίδοτο όταν διαβάζω έργα κακών στίχων. Θυμάμαι ακόμα να σχολιάζεται επαινετικά από φίλους ποιητές η Νυχτοφιλία, σε μια από τις συγκεντρώσεις του Σαββάτου, όπως και ότι το μοναδικό βραβείο, με το οποίο τιμήθηκε ο ποιητής, ήταν το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου για τα Αγαθά παιγνίδια, βραβείο του Δήμου Αθηναίων, με επιτροπή από άτομα που προέρχονταν από τον κύκλο της Ευθύνης (Μ. Παλλάντιο, Γ. Κότσιρα, Κ.Ε. Τσιρόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, καθώς και Γ. Εμίρη και Μ. Καμβασινού ως εκπροσώπους του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου), λόγω απαίτησης του αθλοθέτη Ιπποκράτη Γιατζίδη. Η αιτιολόγηση του πρακτικού ανέφερε πολύ εύστοχα για το βιβλίο και τον Ορέστη: «Πρόκειται για το έκτο βιβλίο του εξαιρετικού αυτού ποιητή που συμπληρώνει το σεμνό και δραματικά ουσιώδες δημιουργικό έργο μιας ολόκληρης εικοσαετίας, ένα έργο που έχει προκαλέσει τον ομόθυμο έπαινο της κριτικής και τη βαθιά εκτίμηση των φίλων της ποίησης, για τη σοβαρότητα, την καθαρότητα και τη στερεότητα μιας συνειδητής ποιητικής γραφής που φωτίζεται από πρωτότυπους οραματισμούς και ψυχώνεται από μιαν ασίγαστη προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης. Επί πλέον, τα Αγαθά παιγνίδια με τη μεταμοντέρνα στιχουργική τους διευρύνουν το δημιουργικό φάσμα του ποιητή και συνιστούν ένα άκρως επιτυχημένο ποιητικό άθλημα.» (Ευθύνη, τχ. 293/1996, σ. 268). Το κείμενο πρέπει να είχε διατυπωθεί από τον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο, ωστόσο η αναφορά στη μεταμοντέρνα στιχουργική πρέπει να ανήκει στον Θ. Δ. Φραγκόπουλο, ο οποίος με το βιβλίο του Άλλη γραφή (1994) και με μια ομιλία του, την ίδια εποχή, για τον Δ.Π. Παπαδίτσα, στην οποία υποστήριζε ότι ο ποιητής του Εν Πάτμω είχε αρχίσει να στρέφεται προς την ομοιοκαταληξία, ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για τη χρήση του ομοιοκατάληκτου στίχου σε μεταμοντέρνο περιβάλλον. Άλλο βραβείο δεν αξιώθηκε ο Αλεξάκης, παρ’ ότι τελευταία «προσπάθησε» να τιμηθεί με το Μεγάλο Κρατικό. Αλλά και η ποίησή του, που είχε ξεκινήσει ως παραδοσιακή το 1948 από το περιοδικό Ελληνική δημιουργία (προτρέπω τον φιλόπονο ερευνητή που θα ασχοληθεί με το έργο του να παρακολουθήσει στη στήλη της αλληλογραφίας τις προσπάθειές του για δημοσίευση και άλλων ποιημάτων του), ουσιαστικά ολοκληρώνεται με τα επίσης ομοιοκατάληκτα, αλλά όχι παραδοσιακά Αγαθά παιγνίδια, γιατί, στη συνέχεια, δεν εξελίσσεται ούτε θεματικά (ο χώρος του έχει περιχαρακωθεί ήδη από τη Λάμψη ως τον Ληξίαρχο) ούτε υφολογικά.
Στο τέλος της επόμενης χρονιάς (1997), με την οριστική απόσυρση του Γιωργή Κότσιρα από την ενεργό δράση, ο Αλεξάκης αναλαμβάνει τη στήλη της κριτικής στην Ευθύνη (τεύχη 312/1997-348/2000), την οποία θα κρατήσει για τρία χρόνια. Η δική του απόσυρση συμπίπτει με την απομάκρυνσή του από την Αθήνα (την οποία ο ίδιος ονομάζει «πνευματική κρίση») και την εγκατάστασή του αρχικά στην Κέρκυρα και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, ενώ είναι πιθανόν να σχετίζεται και με τα διαρκή (δικαιολογημένα) παράπονα του Τσιρόπουλου ότι γράφει μόνο για ποιητικά βιβλία, παραμελώντας την πεζογραφία και το δοκίμιο. Η επικοινωνία μας είχε πλέον αραιώσει και είχε γίνει κυρίως τηλεφωνική, με την επιστροφή του όμως στην πρωτεύουσα, μετά την πρώτη περιπέτεια της υγείας του, ξαναβρεθήκαμε. Τόπος συνάντησης, συνήθως, ήταν η πλατεία Κύπρου στην Καλλιθέα – σε μια καφετέρια ακριβώς απέναντι από το καφενείο όπου συναντιόμουν με άλλους δύο ποιητές, τον Θέμη Τασούλη και κάποτε τον Θανάση Βενέτη. Κάθε φορά που περνάω από εκεί, αναλογίζομαι τους τρεις χαμένους φίλους και νιώθω πως έχω γίνει πλέον κι εγώ ένας ληξίαρχος.


Ποιητικό Νεκρομαντείο
­Θωμάς Ιωάννου­

Όσο κι αν ο σύγχρονος ποιητικός λόγος φαίνεται όλο και περισσότερο να διψά για επαφή με τους ζωντανούς, αποζητώντας ίσως μια εδώ και τώρα δικαίωσή του, η ποιητική στιγμή δεν εξαργυρώνεται σε νόμισμα παρόντος, ούτε και αντανακλά στο μέλλον αβίαστα. Η αυστηρή προσκόλληση σε θέματα συχρονίας, αποδυναμώνει τη γραφή από το ιστορικό βάρος που φέρει η ανθρώπινη εμπειρία. Χρειάζεται ενδεχομένως να μιλήσει κανείς με μια γλώσσα φαινομενικά «νεκρή» προκειμένου να αναστηθεί το ποιητικό ιδίωμα.
Η γραφή του Ορέστη Αλεξάκη, κινείται αντίθετα με την κυρίαρχη τάση, καθώς χτυπά το ρόπτρο μιας θύρας ερμητικά κλειστής, επισκεπτόμενος σπίτια που έχουν από καιρό εγκαταλειφθεί και τα στοιχειώνει η απουσία. «Πίσω απ’ το ρόπτρο/δεν υπάρχει θύρα/σπίτι κατοικημένο/δεν υπάρχει//Το ρόπτρο/αιωρείται/στο κενό//ανώφελα/χωρίς προορισμό/σαν σκιάχτρο σε καμένο περιβόλι//Τίποτε δεν επιφυλάσσει πια/Τίποτα δεν υπόσχεται στον ξένο». Στην ποίηση του Αλεξάκη, είναι φανερή η αδιάλειπτη επαφή με την «απέναντι όχθη». Ο ποιητής εγκαθιστά γέφυρες συνομιλίας πάνω από το σώμα του ποταμού Αχέροντα. Ο λόγος του κυριαρχείται από μια αγωνιώδη αναζήτηση επαφής με το επέκεινα των πραγμάτων, μέσω ενός συνεχούς διαλόγου με τους νεκρούς.
Η συνεχής αυτή συνομιλία με τις σκιές, όμως, δε γίνεται σε κλίμα νοσηρής θανατοφιλίας -όπως σε άλλες περιπτώσεις ομοτέχνων του- παρά τη χρήση του τίτλου Νυχτοφιλία σε μια εκ των συλλογών του. Η ποίηση του Αλεξάκη στήνει ένα «ποιητικό νεκρομαντείο», όπου οι ζωντανοί έρχονται και συνομιλούν με τους απόντες, εξημερώνοντας την αγριότητα του τέλους. Μέσω της δια του λόγου θωπείας των αγαπημένων σκιών, συμφιλιώνεται ο άνθρωπος με τα σκοτάδια του. Πρόκειται για μια ποίηση σκοτεινού κάλλους, με αιφνίδιους λυρικούς ιριδισμούς, που διαθλάται ως αγγελικό και μαύρο φως.
Παρά τον σκεπτικισμό και τις επιφυλάξεις του, ο Αλεξάκης παραμένει πιστός και «ανοιχτός» στο θαύμα. «Τη νύχτα θεώμαι τα πράγματα/ Τη νύχτα προσφεύγω στο θαύμα/ Ότι πολύ αλαφρύνεται το αμάρτημα/ της ύπαρξής μου με το βάλσαμο της δρόσου» . Η αναζήτηση του θαύματος λειτουργεί ως αντίβαρο μιας αίσθησης ξενότητας που διαπερνά το έργο του και μιας κατάστασης ιδιότυπης αυτοεξορίας. «Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα/τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών//νομάδες ουρανών//αλιείς άστρων//εμείς/οι δόλιοι πρόσφυγες/του απάνω κόσμου»
Η αναζήτηση ενός τόπου και η παύση της προσφυγιάς κατέδειξε τη αναγκαιότητα ύπαρξης μιας στερεής γης όπου εντός της θα ανακάλυπτε κανείς σκάβοντας έναν υπόγειο ουρανό. Η εργασία του Αλεξάκη παραπέμπει σε εκείνη του ανθρακωρύχου, καθώς προσπαθεί να εξορύξει πολύτιμη πρώτη ύλη, δουλεύοντας μέσα σε στοές, παρά τους κινδύνους που εγκλείει μια τέτοια επιλογή. Συχνά δε, δρα ως «τυμβωρύχος» αναζητώντας κτερίσματα, θραύσματα μιας εποχής που επιθυμεί να τα διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού. Φαίνεται να γνωρίζει από πρώτο χέρι πως στα σπλάχνα της γης κρύβονται μεν οι θησαυροί της ζωής, αλλά και οι άνθρακες καθώς και τα μη ευγενή μέταλλα.
Αν μας αφορά η ποιητική του Αλεξάκη, είναι γιατί πρωτίστως με όχημά της έναν γεωχαρή λυρισμό, εδραιωμένο σε μια στέρεα υπαρκτική βάση, απέδειξε πως δύναται ο λυρισμός να διαθέτει την πυκνότητα του θανάτου, κι όχι να είναι γλυκερός μέχρι θανάτου. «Με την πυκνότητα της πέτρας ή του σίδερου/ή και του ακόμα πιο πυκνού/θανάτου» .
Η επιτυχής σύζευξη λυρισμού και υπαρξιακού τόνου, προσδίδει μια ξεχωριστή γοητεία και στα ερωτικά ποιήματα του Αλεξάκη, οπλίζοντάς τα με μια εμπράγματη διάσταση που απομακρύνει τον κίνδυνο της αοριστολογίας. Τίποτε δε γίνεται εκ του ασφαλούς, αλλά κάθε στιγμή διακινδυνεύονται τα πάντα. «Και συνεχίζω τους μικρούς θανάτους μου/και τις μικρές μου μάταιες αναστάσεις/πάνω στο φρύδι του βαθιού γκρεμού//Παίζοντας την τυφλόμυγα μαζί σου». Η Αγνώριστη του Σολωμού, βρίσκει τη συνέχειά της στην Απρόσμενη του Αλεξάκη και ο ποιητικός μας βιότοπος κατοικείται δίχως διακοπή από το είδος του αιώνιου θήλεος που ηλεκτροδοτεί τις νύχτες των ποιητών.
Ο ποιητής γνωρίζει τα χρέη του απέναντι στην ομορφιά και νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί για την εγκόσμια θλίψη που φέρει και ομολογεί «Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό/Κι εγώ δεν έχω πάρα λίγο χώμα». Η χοϊκή διάσταση του λόγου Αλεξάκη, αν και συχνά λοξοκοιτά στον ουρανό και τα θέλγητρά του, καθιστά τη γραφή του παραδειγματικά ανθρώπινη, παρά τις μεταφυσικές της νύξεις. Δεν ξεστρατίζει ο λόγος του σε μια ασώματη γραφή, αλλά μιλάει πάντα με την επίδραση της βαρύτητας στα λόγια του, καθώς ξέρει πως η μαγνητική δύναμη της γης είναι ανυπέρβλητη.
Ο ποιητής συνθέτει ένα ADAGIO για τους λυπημένους που όπως λέει «Οι λυπημένοι ξέρουν ποιος ανοίγει/τη θύρα ποιος διαβαίνει το κατώφλι/ποιος τεχνουργεί σκιές στην οροφή/ποιος σηματοδοτεί/το πεπρωμένο/Ξέρουν το χρόνο που/τους διεκδικεί/το χώρο/που επικίνδυνα μικραίνει». Μοιάζει να εμπιστεύεται την «τεχνογνωσία» των λυπημένων θεωρώντας τους κάτοχους μιας μυστικής θέασης του κόσμου που τους επιτρέπει να οδηγούν το ανθρώπινο καραβάνι διαμέσου της ερήμου.
Μαζί με τους λυπημένους, πορεύονται και τα σκυλιά που παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα για εμάς, όπως υπονοεί ο Αλεξάκης στο ποίημα με τίτλο «ΟΣΑ ΔΕ ΜΑΘΑΜΕ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ», όπου προσδοκάται η «εξαγρίωση» των σκυλιών και η επιστροφή τους σε μια εποχή άγριας αθωότητας, αποτυπώνοντας μια ποιητική εκδοχή της ιστορίας της εξέλιξης των ειδών. «Κάποτε μες στον ύπνο των σκυλιών/ θρηνούν οι λύκοι/σαλεύει ο φόβος τα βαριά κλαδιά του/φίδι σφυρίζει η πείνα την οργή της/Ακούν στα βάθη την παλιά οιμωγή/της ερημιάς τον προσκλητήριο θρήνο/δαγκώνουν την αόρατη αλυσίδα/κόκκινο φως τα μάτια τους τυφλώνει//Θυμούνται φλόγες και/ξεριζωμό//Ξυπνά το αγρίμι μέσα τους/και κλαίει».
Ο Αλεξάκης, όπως και άλλοι ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, δεν απέστρεψε το πρόσωπο από τις παραδοσιακές μορφές. Στην περίπτωσή του, υπήρξε μια αβίαστη επιλογή, καθώς έφερε σχεδόν κυτταρικά την μακρά παράδοση της επτανησιακής σχολής. Διέθετε μια άνεση να μετακινείται, χωρίς κραδασμούς και κακοφωνίες, από τον έμμετρο στον ελεύθερο στίχο, διατηρώντας ένα πυρήνα μελωδικό που διαρκώς εκρήγνυται. Ακόμα και όταν δεν ακολουθεί παραδοσιακές φόρμες, ο λόγος του, χάρη σε μια εγγενή μουσικότητα και σπάνια αίσθηση ρυθμού, κατορθώνει να ρέει απρόσκοπτα με τρόπο φυσικό.
Κλείνοντας, δε θα μπορούσα να μην αναφερθώ στην εμμονή του να αναλαμβάνει τον ρόλο του «εθελοντή ληξίαρχου από μνήμης» καταγράφοντας τις οριακές στιγμές της ανθρώπινης ζωής, κρατώντας στο τεφτέρι του τα χρέη του καθενός, αλλά και εκείνον του χωρομέτρη (Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος/οριοθετώ/τον πάνω κόσμο από τον κάτω κόσμο;) που επιθυμεί να ορίσει τα όρια του πάνω με του κάτω κόσμου.
Η διαρκής πάλη του ποιητή να ορίσει στο πεδίο του χώρου και του χρόνου τη λεπτή γραμμή, που χωρίζει και συγχρόνως ενώνει, αποτέλεσε μια διαρκή άσκηση ισορροπίας στο τεντωμένο σχοινί του λόγου. Ο Αλεξάκης, μη θέλοντας να χρησιμοποιήσει κάποιον «ποιητικό κασκαντέρ» εισπράττοντας το χειροκρότημα ενός άλλου, δοκιμάστηκε με προσωπικό τίμημα στην κόψη αυτής της επιλογής, επιχειρώντας μια κατάβαση στον Άδη, αναγκάζοντάς μας στις κορυφώσεις της προσπάθειάς του να κρατάμε την ανάσα μας.


ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ
ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΚΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
­Γεράσιμος Ρομποτής­

Ο ποιητής Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα έως το 1991, με μια σημαντική διακοπή που οφείλεται στις πολιτικές του ιδέες. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, και ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1960, η οικονομική άνοδος της χώρας και η κοινωνική κινητικότητα συνεπιφέρουν την ανάδυση και τη σταδιακή ενδυνάμωση μιας κοινωνικής κατηγορίας νέων επιστημόνων, στο χώρο της μεσαίας τάξης. Ελεύθεροι επαγγελματίες, ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι και διανοούμενοι φαίνεται να ασφυκτιούν στο υπάρχον συντηρητικό πολιτικό πλαίσιο και να διεκδικούν τον εκδημοκρατισμό του, ως προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση της ελληνικής κοινωνίας. Η ανατροπή της κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου τον Ιούλιο του 1965 και η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967 ακύρωσαν αυτό το ενδεχόμενο. Ο Ορέστης Αλεξάκης, μαχόμενος δικηγόρος κατά τη δεκαετία του 1960, υπέρ των ανθρώπινων και των πολιτικών δικαιωμάτων, αυτοεξορίζεται μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 και ζει με την οικογένειά του στη Βόννη της Δυτικής Γερμανίας, από το 1969 έως το 1974. Καρπός της αυτοεξορίας του είναι η ποιητική ενότητα «Οι Κόνδορες», πρώτο μέρος της συλλογής του Οι κόνδορες και το Αντιπρανές (1982).
«Οι Κόνδορες» διαιρούνται σε δύο υποενότητες: η πρώτη φέρει τον ίδιο τίτλο και αποτελείται από τέσσερα πολύστιχα ποιήματα των τριών έως έξι σελίδων, ενώ η δεύτερη φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εμιγκράτσια» και αποτελείται από δύο μικρότερα ποιήματα, των δύο σελίδων. Ακατέργαστα ποιήματα, ατημέλητα, γραμμένα υπό την πίεση των ιστορικών γεγονότων, σε συνθήκες «μοναξιάς και κατάθλιψης», όπως εξομολογείται ο ποιητής στις σημειώσεις που ακολουθούν την οριστική έκδοση των ποιημάτων του (Ορέστης Αλεξάκης, Ποίηση, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011). Σ’ αυτήν την έκδοση, υπάρχουν εκτεταμένα αποσπάσματα τριών από τα ποιήματα της πρώτης υποενότητας και ολόκληρα τα δύο ποιήματα της «Εμιγκράτσιας». Παρόλο που ο ποιητής σπεύδει να δηλώσει πως τα ποιήματα αυτά απηχούν «ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα από το υπόλοιπο έργο [του]», τούτο δεν ισχύει παρά μόνο όσον αφορά το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα. «Οι Κόνδορες» χαρακτηρίζονται από κάποιον «ρητορισμό» στην έκφραση, καθώς «αποδίδουν ψυχικές καταστάσεις αγχώδεις και εφιαλτικές» για τον ποιητή· όμως, συγχρόνως, συνάπτονται επιτυχώς με τις ψυχικές διεργασίες του πάσχοντος ατόμου της εποχής – όχι μόνον αυτού που υπομένει την προσωπική και την πολιτική ανελευθερία, αλλά και εκείνου που υφίσταται την ενοχή και την αλλοτρίωση της ύπαρξης:

Να σωπαίνεις / είναι μια τέχνη της υπομονής / [] Βάδιζε μ’ αλλαγμένο πρόσωπο προσποιούμενος / τον ανύποπτο περιπατητή προσέχοντας / τις διασταυρώσεις και τα ξένα βλέμματα / κρύβοντας τα σημάδια της ενοχής του / ανεμίζοντας / ένα πικρό χαμόγελο κάτω απ’ τη στέγη του αιώνα / [] ίσκιος στον ίσκιο που συνθλίβεται / με τον καταιγισμό των προβολέων.

Ο σύγχρονος πολιτισμός, μ’ όλα τα σύνεργά του επί σκηνής, καταγγέλλεται όχι μόνο ως όργανο βίας και κυριαρχίας, αλλά κυρίως ως μέσο ακύρωσης της ανθρώπινης ετερότητας και εξομοίωσης των συνειδήσεων:

Τώρα κυλώ στις σιδερογραμμές / διανύοντας δοσμένες αποστάσεις / Δεν περιφέρομαι δεν παλινδρομώ / δεν τέμνω την κάθετο δεν περιστρέφω το πρίσμα / δεν διατρυπώ τους φλοιούς / δεν υποσκάπτω τους ύπνους / δεν περιεργάζομαι τις σχισμές / δεν παράγω φωτεινές αποχρώσεις / [] δεν αρχειοθετώ παλιά τετράδια/ δεν πίνω σ’ άγνωστες πηγές / δεν λαχταρώ το ζεστό χνώτο / δεν βυσσοδομώ στην αστροφεγγιά / [] Το πιο σπουδαίο δεν πονώ το πιο σπουδαίο / δε θέλω να πονώ κι ούτε θέλω / να θέλω.

Παρ’ όλα αυτά η αντίσταση, έστω και μάταιη και ανώφελη, ελλοχεύει εντός αυτού του φαιού παρόντος και του ακόμη πιο σκοτεινού μέλλοντος. Στα δύο ποιήματα της «Εμιγκράτσιας» υπολανθάνει η βούληση για μάχη, ακόμη και με τους δυσμενέστερους όρους, επιστρατεύοντας τα στοιχεία της φύσης και το πανάρχαιο τραύμα· οριοθετώντας παράλληλα την αρτιότητα του προσώπου απέναντι στο διαμελισμό του:
Λοιπόν μπορούμε / μ’ ένα χέρι / μισό χέρι / δίχως χέρι / μόνο με την κραυγή τη σφηνωμένη / την τσακισμένη περηφάνια / το εμβατήριο των βουβών ματιών / το χείμαρρο μιας άλλης ραψωδίας / [] Όπως σφυρίζει το φίδι / ή όπως σωπαίνει το χιόνι / [] ή όπως ξάφνου σου βογγάει το στήθος / [] Τ’ άλλα δεν είναι ατόφια σαν τη φλόγα / σαν τη βροχή / το δάκρυ / [] / τ’ άλλα μυρίζουν θειάφι και χρυσάφι / παράσημα και πρωτοκαθεδρίες / και λόγια ωραία γι’ ανάσταση νεκρών / πάνω απ’ το κερί του ετοιμοθανάτου.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι αυτού του έξοχου ποιήματος μας οδηγούν απευθείας από την κοινωνική οδύνη και την αλλοτρίωση του ατόμου στο μεταφυσικό ερώτημα, το οποίο διερευνά η ώριμη ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη. Όμως σ’ αυτήν ο ποιητής δεν μάχεται πλέον απέλπιδα τον θάνατο, αλλά σταδιακά τον οικειώνεται· εισχωρεί εντός του, με τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, ψηλαφεί το κενό, την άβυσσο. Συνομιλεί με τη μοναξιά, με τη σιωπή, με την απόγνωση, διαθέτοντας μια παλέτα παλλόμενων εικόνων, που εναλλάσσονται ανάμεσα στη σκιά και στη λάμψη, στο φως και στο σκοτάδι, στο θάνατο και στην ανάσταση:

Κάθε φορά / σ’ αγγίζω και πεθαίνω / κάθε φορά / σ’ αγγίζω κι ανασταίνομαι / να σε κρατήσω ωστόσο / δεν μπορώ / πάντα γλιστράς προς το γαλάζιο / πάντα / ξεφεύγεις προς την απεραντοσύνη / Και συνεχίζω τους μικρούς θανάτους μου / και τις μικρές μου μάταιες αναστάσεις / πάνω στο φρύδι του / βαθιού / γκρεμού / Παίζοντας την τυφλόμυγα μαζί σου.

Ο ποιητής συχνά φαίνεται να ισορροπεί «πάνω στο φρύδι του / βαθιού / γκρεμού». Αντίθετα, όμως, από τον Κ.Γ. Καρυωτάκη, ο οποίος εξουθενωμένος από την αρρώστια και τον «καθημερνό θάνατο και [τη] χολή», μετεωρίζεται «στο χείλος του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε απ’ τη γη» και συντρίβεται, ο Ορέστης Αλεξάκης προσεγγίζει τη μεθόριο της ύπαρξης με την εγκαρτέρηση και την αποδοχή της ματαιότητας των εγκοσμίων, κι αναδιπλώνεται: «Κλείνομαι στον μικρό μου βέβαιο τόπο / ζω τη μικρή μου ανθρώπινη αυταπάτη / κολλώ σαν όστρακο στο βράχο μου / σωπαίνω».
Ο ποιητής Ορέστης Αλεξάκης εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο Η Περσεφόνη των γυρισμών μόλις το 1974, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την αυτοεξορία του. Το ίδιο έτος πολιτεύεται με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις στις πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά τη δικτατορία, στην γενέτειρά του στην Κέρκυρα, και το 1977 πολιτεύεται με την Ε.ΔΗ.Κ. Το 1985, ακολουθώντας τον Ιωάννη Πεσμαζόγλου και τη Βιργινία Τσουδερού πολιτεύεται για τελευταία φορά, με τη Νέα Δημοκρατία. Εκδίδει συνολικά 12 ποιητικά βιβλία. Οι συλλογές του Αγαθά παιγνίδια (1994) και Μου γνέφουν (2000) περιλαμβάνουν αποκλειστικά έμμετρα ποιήματα, υπενθυμίζοντας τις συμβολιστικές του καταβολές, ενώ η συλλογή του Θίασος στην εξέδρα (2006) πεζά ποιήματα. Ο ποιητής απεβίωσε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2015.

Κέρκυρα, 10-07-2015


«Ακούσατε τη γύρω μελωδία;»
Αναφορά στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη
­Δημήτρης Κοσμόπουλος­

Οταν ένας αληθινός ποιητής φεύγει από τον κόσμο, αφήνει το τραγούδι. Μέσα σ’ αυτό, πλατύτερο με την πολύσημη απουσία του, αντικρύζουμε το πρόσωπό του εκτυπότερο, τώρα που έχει διαβεί το ποτάμι. Αυτό είναι, άλλωστε το μυστήριο της ύπαρξης των ανθρώπων. Όταν φεύγουν, τα ίχνη από το πέρασμά τους διακρίνονται τηλαυγέστερα και με τον τρόπο που το μυστήριο της ζωής ορίζει. Η απουσία τους ανοίγει σαν το κουκκούλι του μεταξοσκώληκα για να φανερωθεί μέσα από τα ίχνη των έργων και της φωνής τους περισσότερο αληθινό, στις πραγματικές του διαστάσεις, το πρόσωπό τους.
Το μυστήριο και το μυστικό του να υπάρχεις. Αυτονόητο στην σπατάλη του καθημερινού οριζόντιου χρόνου, αλλά μέγα δώρο και συνάμα άχθος, όταν σταθείς και νιώσεις τον κόσμο και τα πράγματα ουσιαστικώτερα. Η βασική ορίζουσα της ποιητικής τέχνης του Ορέστη Αλεξάκη, ήδη από την δεκαετία του ’60, υπήρξε αυτή η διήκουσα σταθερά βλέμματος προς την ζωή, τον κόσμο, τον συνάνθρωπο. Και το βλέμμα του παλινδρόμησε και παλινώδησε με προσήλωση ασκητικής συνέπειας, από το ερώτημα του προς τι να υπάρχω, και την ποιητική του ανίχνευση, μέχρι την τραγική και ειλικρινή παραδοχή ότι το ερώτημα μας ξεπερνά. Ότι η απάντηση κατ’ άνθρωπον, δεν μπορεί παρά να είναι αριθμού πληθυντικού. Ότι παραμένουμε αδαείς και απολύτως συντετριμμένοι, στα βράχια των ατελέσφορων απαντήσεων, επιστρέφοντας πάντοτε στην αρχέγονη παραδοχή ότι το μυστικό της ζωής και του κόσμου αποκαλύπτεται μόνο σε όσους παραδέχονται το ατελέσφορο των δυνατοτήτων τους και συνδέονται μ’ ένα νόημα οριστικής αλήθειας που όπως έλεγε ο Βιτγκενστάιν, δεν μπορεί παρά να έρχεται έξω από το όρια των πεπερασμένων δυνατοτήτων μας, ως διαρκώς τελειούμενη στο γίγνεσθαί της, σχέση. Έτσι ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής Αλεξάκης με την αφοπλιστική ειλικρίνεια του τραγικού βιώματος του υπάρχειν στο τέλος σχεδόν της ποιητικής του διαδρομής, «σαν ώριμος από καιρό», στο ποίημα Αδαής, που μας εμπιστεύτηκε για το περιοδικό Νέα Ευθύνη, (τεύχος 21, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014):

Όχι /ποτέ δεν έμαθα ποιος είμαι /ποιος είναι ο χώρος που με περιέχει /ποιος με κατέχει ποιος με κατοικεί /ποιος μέσα από τα μάτια μου κοιτάζει / Κι ούτ΄έχω μάθει / ποιος μ’ έφερε σ’ αυτή την άγρια στέπα / τι λέν τα γύρω σκοτεινά βουνά / τι μαρτυρούν τα μαύρα πετεινά / και πού ο Αθέατος Ξεναγός με πάει / κι ούτε που ξέρω ποιος επιστατεί / ποιος κι αν αξιολογεί τα πεπραγμένα / ποιος τις βαθιές σιωπές ιχνηλατεί / ποιος τις μικρές απαντοχές διαψεύδει / Κι ούτε που ξέρω / πόσα ναυάγια σέρνει στο βυθό / κι αν έχει ακτές ο ωκεανός του χρόνου / ανίδεος προχωρώ Μαγδαληνή / ένα μικρό σαν σκόνη σκουπιδάκι / που λάμπει μια στιγμή προτού χαθεί / μές στον αιώνιο στρόβιλο του κόσμου

Η ποιητική τέχνη του Αλεξάκη εμφανίζεται εξ αρχής ασκητική: «κλεισμένος στο κελί της ύπαρξής σου / το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις / αυτό που δεν το δείχνουν οι καθρέφτες». (Ο μεταμφιεσμένος χρόνος, 2005). Έτσι μόνον ο ποιητής μπορεί να πραγματωθεί ως κοινωνικό όν. Γιατί οφείλουμε να το πούμε ότι μόνο με το βλέμμα του παρεπίδημου, του ξένου, μόνο με τη στάση της αποταγής και της άρνησης του δεσμωτηρίου του χρόνου μπορεί για τον Αλεξάκη να οικοδομηθεί μια αληθινή κοινωνική συνείδηση ως ποιητική επιταγή. Μόνο με την αποταγή και την αναχώρηση από τα τρέχοντα, μόνο με την αναμέτρηση προς τα ουσιώδη ερωτήματα, καθίσταται δυνατό ο άνθρωπος να συνυπάρξει και να μαρτυρήσει την ανάγκη της ζωής ως αλήθειας μέσα από την συνύπαρξη, όχι με προκατασκευασμένους ντετερμινισμούς, που εξαντλούν την ύπαρξη και την κοινωνία στην φτηνή μεταφυσική της κρεατομηχανής των ιδεοληψιών:

Έτσι Δημήτρη ξετυλίγονται τα μέλλοντα / μ’ ανοιχτά στήθη σ’ όλα τα ενδεχόμενα / χωρίς μπουκέτα και υποκλίσεις / χωρίς μπροσούρες και εισηγήσεις [] λοιπόν μπορούμε / μ’ ένα χέρι / μισό χέρι / δίχως χέρι / μόνο με την κρυγή την σφηνωμένη / την τσακισμένη περηφάνια / το εμβατήριο των βουβών ματιών / το χείμαρο μιας άλλης ραψωδίας.
(Το ποίημα «Εμιγκράτσια»,
από την συλλογή Οι Κόνδορες και το Αντιπρανές, 1982).

Στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη, μια ποίηση όπως προείπαμε βλέμματος και στάσεως, η οντολογική παράμετρος γεννάει επομένως μιαν πρωτόφαντα αληθινή κοινωνική ευαισθησία. Η ασκητική ποιητική πράξη οδηγεί το ποιητικό αποτέλεσμα στις παρυφές της σιωπής, δίχως ολωσδιόλου ο ποιητής να αρνείται το δράμα της ιστορίας. Άλλωστε η οντολογία του έχει -επειδή ακριβώς εκφράζεται με ποιητικούς όρους στο ποιητικό αποτέλεσμα και όχι με όρους διανοητικών προσαρμογών- έχει λοιπόν την ολότμητη διάσταση της καθολικότητας που μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να χαρίσει. Θέλω να πω, ότι είναι η υπαρκτική αγωνία του Αλεξάκη, η οποία τροφοδοτεί τα κοινωνικά του αιτούμενα, και τούμπαλιν. Να η κεντρικότερη έκφανση της παλινωδίας την οποία προσπαθήσαμε να περιγράψουμε.
Όλα αυτά βεβαιότατα επιτυγχάνονται και τελεσιουργούνται στο μορφικό πεδίο. Επιτυγχάνονται δηλαδή στο πεδίο του ποιητικού αποτελέσματος. Και εδώ υποχρεούμαστε να αναγνωρίσουμε μιαν άλλη οφειλή, που η νεώτερη ποίησή μας χρωστά στον Ορέστη Αλεξάκη. Από πολύ νωρίς, από τις πρώτες του ποιητικές απόπειρες, και με πιο ρηξικέλευθο τρόπο στις κατακτήσεις της ωριμότητός του, ο Αλεξάκης δεν εφησυχάζει στην πεπατημένη μιας έκφρασης που ήδη από την εποχή της γενιάς του στην συντριπτική της πλειοψηφία βαλτώνει στον αναμηρυκασμό της μορφικής πλαδαρότητας, η οποία θεωρουμένη ως πανάκεια στην εύκολη ασυδοσία της οδήγησε και στις επόμενες δεκαετίες στα διασκεδαστικά φαινόμενα τα οποία σήμερα κυριαρχούν συμπαρασύροντας στην φαιδρότητά τους και την συντριπτική πλειοψηφία της κατάφασης της κριτικής.
Ως ένας γνήσιος λυρικός ο Αλεξάκης τολμά. Έχοντας βαθιά αίσθηση της ενότητας της λυρικής παράδοσης είναι από τους λίγους, που από την γενιά του και μετά, δημιουργούν μιαν διαφορετική ευταξία στην ποιητική έκφραση, προσφεύγοντας στην ομοιοκαταληξία, στην εμμετρότητα και στην δημιουργική ανάκρασή τους με τις κορυφώσεις της μοντερνιστικής έκφρασης (η οποία στη σημερινή σύγχυση τεχνηέντως λησμονείται, ότι βασικό συστατικό της έχει την εσωτερική ρυθμική αγωγή του λόγου που απαιτεί η ποιητική έκφραση κι ότι δεν είναι χυλός ή πολτός στιχοποιημένων «μεγαλεπήβολων» σκέψεων.)
Δεν είναι μόνο τα έμμετρα ποιήματα της συλλογής Μου γνέφουν του 2000, αλλά τα ομοιοκατάληκτα και έμμετρα ποιήματα τα οποία διασχίζουν όλο το ποιητικό του έργο. Από την γονιμοποίηση των μορφικών κανόνων του σονέττου μέχρι την χρήση των εύρωστων κατακτήσεων του δεκαπεντασύλλαβου, των τροχαϊκών και των αναπαίστων και μέχρι την συνομιλία με την επτανησιακή παράδοση των δεκατρισύλλαβων και των ενδεκασύλλαβων:

Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές / Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν / Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν / καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές. [] Κι όλο ζητώ κι όλο επιμένω / στην ύπαρξή μου να γυρνώ / σαν βλέμμα σε γυμνό ουρανό / σαν επιβάτης σ’ άδειο τρένο.

Ας προσέξουμε: επειδή πολύς θόρυβος γίνεται, δεν πρόκειται περί «επιστροφής», όπως απροϋπόθετα και με παρελθοντολαγνική διάθεση ρετρό θεωρητικολογούν σήμερα αδέξιοι μιμητές του είδους. «Η ρίμα εκθέτει ανεπανόρθωτα» έλεγε άλλωστε ο πολυνούστατος Παλαμάς. Αντιθέτως στην περίπτωση του Αλεξάκη, όπως και λίγων άλλων, έχουμε να κάνουμε με αυτό που έγραφε στα Μελετήματά του ένας άλλος κορυφαίος του μοντερνισμού και μαιτρ του είδους, επίγονος του Παλαμά και μέχρι σήμερα μέγας άγνωστος, ριγμένος στην επιτίμηση των ποιηματογράφων, βαρυνόμενος με το αμάρτημα της πολυγραφίας, ο Γιάννης Ρίτσος:

[] Το θέμα δεν κάνει το έργο. Οφείλουμε να σεβόμαστε αυτό που μας παραδόθηκε, αφομοιώνοντας το παρελθόν, και δημιουργώντας μια φόρμα του παρόντος με στοιχεία του μέλλοντος.

Εκτός όλων των άλλων, ακριβών για την ποιητική μας έκφραση ο Ορέστης Αλεξάκης είναι από εκείνους που επανέφεραν τον στίχο ως θεμελιώδη μονάδα στην πυρηνική ανάπτυξη του ποιήματος. Ας τον διαβάζουμε.

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: