Από την κρίση της ποίησης στην ποίηση της κρίσης

Τιτίκα Δημητρούλια

Από την κρίση της ποίησης στην ποίηση της κρίσης1

Στην παρούσα κρίση, ο παιγνιώδης λόγος του Λεόν-Πολ Φαργκ, που τον έχω παραθέσει σε ανάλογα συμφραζόμενα στο παρελθόν, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος. Λέει λοιπόν ο Φαργκ:

Μέρα δεν περνά που κάποιος να μη μου αναγγείλει το θάνατο της ποίησης. Οι κριτικοί σαλπίζοντας το κέρας τους, […] ο γιος της θυρωρίνας μου, συνοικιακός παλαιστής, σαν δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει, και με συλλυπείται κλείνοντας το μάτι, οι γράφοντες για επιπλάδες και οι χρονικογράφοι των βαγονιών-εστιατορίων […] Με δυο λόγια, δεν υπάρχει ούτε ένας Γάλλος που να μην βιάζεται να θάψει δόξη και τιμή τη Μούσα.
Κι ο Χάνς Μάγκνους Ετσενσμπέργκερ ανταπαντά με τη «Σταθερά Ετσενσμπέργκερ», σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των αναγνωστών της ποίησης ανέρχεται συνολικά, ασχέτως χώρας, γλώσσας και μορφωτικού επιπέδου σε 1.354.
Αυτά δεν σημαίνουν φυσικά ότι δεν υπάρχει διακύμανση στην ποιητική παραγωγή και έκδοση όπως και στην ποιότητα της ποιητικής αυτής παραγωγής, σχετιζόμενη, πέραν των ατόμων, με την εποχή. Η ποίηση αποτελεί ένα συνεχές, που ενέχει την ασυνέχεια, με τρόπο πολύπλοκο: οι ασυνέχειες ενισχύουν τη συνέχεια και το αντίστροφο. Στο γύρισμα του αιώνα, οι ασυνέχειες εντοπίστηκαν κυρίως στη δεκαετία του 1990, κατά την οποία η παγκοσμιοποίηση, η νέα αυτή παγκοσμιοποίηση μάλλον για να είμαστε ακριβείς, επέβαλε νέες τάσεις και στάσεις στο εκδοτικό πεδίο της λογοτεχνίας, όπως την κατίσχυση του μυθιστορήματος επί όλων των άλλων μορφών λόγου με εμπορικά πια κριτήρια, την υποχώρηση της ποίησης, αλλά και του διηγήματος και του δοκιμίου, και την μετατόπιση του κέντρου βάρους ως προς τον έλεγχο του πεδίου και την κατά Lefevere πατρωνεία στα ΜΜΕ και στις μεγάλες αλυσίδες βιβλιοπωλείων.
Ο Αλέξης Ζήρας στην εισαγωγή του στην Ανθολογία Hellenica. Το καινούργιο εντός ή πέραν της γλώσσας. Ανθολογία νέων ποιητών (εκδ. Γαβριηλίδη, 2009) υποστηρίζει και αυτός ότι η ποιητική γενιά του 1980 και του 1990 με κάποιο τρόπο περιθωριοποιήθηκαν. Ηθελημένα ή αθέλητα, θα ήθελα να προσθέσω, κάτι που τις διαφοροποιεί, όπως τις διαφοροποιεί το γεγονός ότι η γενιά του 1980 διαδραμάτισε και συνεχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα ποιητικά πράγματα μέσω σημαντικών εκπροσώπων της, που πέρα από το ποιητικό τους έργο με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο λειτουργούν ως επαγγελματίες του χώρου: για παράδειγμα ο Χάρης Βλαβιανός, ο Στρατής Πασχάλης, ο Γιώργος Μπλάνας, ο Διονύσης Καψάλης, ο Παντελής Μπουκάλας – ο καθένας από τη δική του σκοπιά, ως κριτικός, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικού ή διευθυντής εκδοτικού οίκου, δάσκαλος της ποίησης στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής που θάλλουν. Νομίζω μάλιστα ότι στο άμεσο μέλλον η παρουσία της θα ενταθεί περαιτέρω, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η γενιά του 1970 συγκροτήθηκε, διασκορπίστηκε και επανέκαμψε ομαδικά (ή σε επιμέρους ομάδες εν πάση περιπτώσει) προ δεκαπενταετίας περίπου.
Αντίθετα, η γενιά του 1990, η «αθέατη» γενιά όπως ονομάστηκε στην Ανθολογία της γενιάς του ’90 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας (Γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία της γενιάς του ’90, εκδ. Μανδραγόρας, 2002), υπήρξε κατεξοχήν διασκορπισμένη, σε σημείο που τα όριά της να είναι τελικά ρευστά και να συναιρείται συχνά με τη γενιά του 2000. Διότι ορθώς επισημαίνει η Αγγελική Κωσταβάρα στην εισαγωγή της στην εν λόγω ανθολογία πράγματι είναι αδύνατον να υπάρξει ασυνέχεια στην ποιητική παραγωγή, κενό, έλλειψη και απουσία, πράγματι «πρόκειται για παράδοξο φαινόμενο: μια ολόκληρη γενιά να κηρυχθεί σε αφάνεια! Σα να είναι ποτέ δυνατόν, να υπάρξει συλλογικό κενό ποιητικής δημιουργίας, με οποιαδήποτε έννοια και αν το εκλάβει κανείς». Αλλά μπορεί κάλλιστα να υπάρξει περιθωριοποίηση της ποιητικής παραγωγής και μαζί μείωση της παραγόμενης ποίησης, ένα φαινόμενο που παρατηρήθηκε πανευρωπαϊκά -αν όχι διεθνώς, κάτι που μένει να αποδειχτεί- και όχι μόνο στην Ελλάδα στη συγκεκριμένη περίοδο. Ενώ παράλληλα μπορεί να υπάρχει μια περίπτωση ταυτόχρονης άνθησης της ποίησης σε διάφορες χώρες, για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια.
Παραθέτω προς επίρρωσιν τα λεγόμενα του Σεμπαστιέν Ντυμπουά (Le paysage de la poesie contemporaine. L’ economie de la poesie, http://lepaysagedelapoesie.pagesperso-orange.fr/ Library/pageeconomiepoesie.pdf), ο οποίος εξετάζει την οικονομία της ποίησης στη Γαλλία (συνεξετάζοντας στο επίπεδο των οικονομικών στοιχείων το θέατρο και την ποίηση) και σημειώνει ότι μετά από μια εντυπωσιακή πτώση στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο κύκλος εργασιών της ποίησης και του θεάτρου αυξάνεται και πάλι έως ότου φτάνει στα ίδια επίπεδα με την προ του 1990 εποχή και σταθεροποιείται το 2003. Αντίστοιχα, στην Πορτογαλία το 2003, είναι χαρακτηριστικό, όπως σημειώνει η Σίλβια Κούτο Βισάο και παραθέτει ο Σεμπαστιέν Ντυμπουά σε ένα άρθρο του για την ευρωπαϊκή ποίηση (La poesie en Europe. Quelques comparaisons internationales, http://lepaysagedelapoesie. pagesperso-orange.fr/Library/La%20po%E9sie%20en% 20Europe.pdf), ότι:

τα ράφια φορτωμένα ποιητικές συλλογές μαρτυρούν τον αριθμό των εκδόσεων και την υπερδραστηριότητα των Πορτογάλων ποιητών. Οι αμέτρητες συλλογές και οι εκδοτικοί οίκοι, τα νέα ονόματα που διαρκώς εμφανίζονται στα εξώφυλλα φωτίζουν μια πραγματικότητα που μοιάζει μάλλον επινοητική.

Ενώ ο Πέδρο Μέξια αναφέρεται στη δεδομένη συμβολική σημασία της ποίησης και στην νομιμοποίησή της στην κριτική την ίδια περίοδο, η οποία προτιμά:

Να γράφει για μια ποιητική συλλογή που πουλάει 150 αντίτυπα παρά για ένα ευπώλητο που πουλά 100.000.

Αν μείνουμε στο πεδίο των νέων ονομάτων που μας ενδιαφέρει εδώ, η αλήθεια είναι ότι από το 2001 ξεκινά σταδιακά και στην Ελλάδα μια «εισβολή» νέων και καλών ποιητών στο πεδίο. Κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη δημοσιεύσει στη δεκαετία του ’90, κάποιοι εμφανίζονται για πρώτη φορά. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει μια σημαντική αλλαγή, αφού το ενδιαφέρον της κριτικής στρέφεται ξανά στην ποίηση των νεοτέρων, τόσο των κριτικών όσο και των πρεσβύτερων ποιητών: ο Γιάννης Βαρβέρης, σε μια παρουσίαση νέων ποιητών λέει πως μας έδειξαν «ότι το Μαντείον δεν απέθανε και δεν απέσβετο το λάλον ύδωρ».
Η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει λοιπόν το ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο, η επίδρασή της όμως στην ποίηση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μπορεί δηλαδή η κατίσχυση του μυθιστορήματος στη δεκαετία του 1990 να προκαλεί έναν κραδασμό στην ποίηση, να οδηγεί σε έναν κατακερματισμό του τοπίου των νεότερων ποιητών, αλλά αυτός ο κραδασμός είναι τελικά μικρής διάρκειας και μικρής εμβέλειας. Αν η γενιά του 1980 έχει την ιδιαιτερότητα ότι εκφράζει έντονα την τάση για διαφοροποίηση, παρά τις αρχικές ομαδοποιήσεις• και αν η γενιά του 1990 είναι εξ ορισμού διασκορπισμένη, η γενιά του 2000 είναι ένα νέο μόρφωμα, ένα άθροισμα μοναδικών φωνών που σε καμία περίπτωση δεν μοιράζονται κοινά αισθητικά ή πολιτικά ιδεώδη, που δεν συγκλίνουν στο επίπεδο της τεχνοτροπίας, που συνυπάρχουν αρμονικά όταν τύχει να συναντηθούν και εξίσου γρήγορα χωρίζουν – σχηματίζοντας μικρούς επιμέρους πυρήνες, που εκφράζουν μια κοινότητα, συγκροτημένη, όπως λόγου χάρη το Poetry now (www.poetrynow.wordpress.com), ή λιγότερο συγκροτημένη, όπως η συνάντηση των Δημήτρη Αγγελή, Δημήτρη Ελευθεράκη και Σταμάτη Πολενάκη που συζητούν για την ηθική της ποίησης στο τομίδιο Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι: Μια συζήτηση για την ποίηση μεταξύ ποιητών (εκδ. Ερατώ, 2010) ή των Ζήση Αϊναλή και Μιχάλη Παπαντωνόπουλου στη Ρομαντική αισθητική (εκδ. Κριτική, 2011). Εννοείται, φυσικά, ότι σε όλες αυτές τις συναντήσεις, οι εκλεκτικές συγγένειες είναι δεδομένες.
Η δεκαετία του 1990 ήταν για την Ελλάδα η περίοδος της διαμόρφωσης ενός ολιγοπωλίου με παρυφιακό ανταγωνισμό (oligopole a frange) στο εκδοτικό πεδίο, σε αντιστοιχία όχι μόνο με το εκδοτικό πεδίο άλλων χωρών αλλά και την πολιτιστική βιομηχανία εν γένει (Francoise Benhamou, L’ Economie de la culture, Paris, La Decouverte, 2003.) Μια σειρά μεγάλων επιχειρήσεων βρισκόταν όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της εκδοτικής δραστηριότητας, ενώ πολλοί μικροί εκδότες δρούσαν ανεξάρτητα και αυτόνομα, με περιθώρια καινοτομίας. Όλοι όμως επί πάνω από μια δεκαετία ήταν ανοιχτοί στην ποίηση – και δεν αναφέρομαι στις εκδόσεις των κλασικών, ούτε καν των ποιητών του «κανόνα», αλλά και στους νέους ποιητές, λόγω της υψηλής συμβολικής αξίας της ποίησης. Την τελευταία τριετία, αυτό μοιάζει να αλλάζει και πάλι και να επανερχόμαστε στην α μεταπολιτευτική περίοδο, όταν η έκδοση μιας πρώτης ή μιας δεύτερης συλλογής ήταν δύσκολη. Με μια σημαντική όμως διαφορά: τώρα πια υπάρχει ο εναλλακτικός χώρος του διαδικτύου, που επιτρέπει τη διάχυση της καινοτομίας με ελάχιστο κόστος.
1. Απόσπασμα από εισήγηση στο Συνέδριο που διοργάνωσε το Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και το Μουσείο Μπενάκη, στη μνήμη του Αλέξανδρου Αργυρίου (20-22 Μαίου 2011).

 

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: