Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (Το επιδόρπιο, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2013)

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το επιδόρπιο

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το επιδόρπιο

 

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
(Το επιδόρπιο, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2013)

Αναφερόμενος στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Λουκίδου (Όροφος μείον ένα, 2008), σημείωνα ότι πρόκειται για μία συλλογή ποιημάτων, όπου η ποιήτρια κατέγραφε, εν είδει ημερολογιακών εγγραφών, πτυχές της οδύνης που της προκάλεσε η απώλεια ενός αγαπημένου της προσώπου: του πατέρα της• ότι επιχειρούσε να οριοθετήσει την έκταση της λύπης της και, εν συνεχεία, καθ’ υπαγόρευση της μνήμης και των συναισθημάτων που αυτή υποδαυλίζει, να τη ρυμοτομήσει, διαιρώντας την σε περιοχές-σκηνικά, όπου διαδραματίστηκαν επιμέρους σκηνές ή αλλιώς φάσεις μιας επώδυνης πορείας προς τον θάνατο. Κι ακόμη σημείωνα ότι ο θάνατος δεν αντιμετωπίστηκε από την ποιήτρια ως ένα απλό, αναπότρεπτο, φυσικό φαινόμενο, αλλά ως έναυσμα ενεργοποίησης κάποιων διαδικασιών αυτογνωσίας, διασάλευσης πραγματικών ή νομιζόμενων βεβαιοτήτων και συνειδητοποίησης ότι με την έλευσή του αίρεται, σε ατομικό επίπεδο, η ισοβιότητα της ζωής, ενώ παράλληλα δημιουργούνται τριγμοί και ρωγμές, απ’ όπου μπορούν, υπό προϋποθέσεις, οι επιζώντες να διαισθανθούν τι μπορεί να συντελείται πίσω από την άλλη πλευρά του ήλιου, τη σκοτεινή. Και όλ’ αυτά με μια ελεγχόμενη πένθιμη διάθεση, διαπερασμένη από συναισθήματα ενδεικτικά της, εντέλει, καταφατικής, απέναντι στη ζωή, στάσης της ποιήτριας, της θέλησής της να υπερβεί την προσωπική της οδύνη, προκειμένου να τη μεταλλάξει και να την καταστήσει επικοινωνήσιμη στο ποιητικό πεδίο.
Αυτά σημείωνα εν ολίγοις για τα ποιήματα της προηγούμενης συλλογής της Ευτυχίας Λουκίδου. Τα ίδια θα μπορούσε να πει κανείς ότι ισχύουν, σε πρώτο επίπεδο, και για τα ποιήματα του Επιδόρπιου. Και λέω σε πρώτο επίπεδο, γιατί μια κάπως προσεκτικότερη ανάγνωση θα ήταν αρκετή, προκειμένου να αντιληφθούμε ότι ο χρόνος που κύλησε από τη μία συλλογή στην άλλη, από την οδυνηρή εμπειρία μιας συγκλονιστικής απώλειας ως την αποσταγμένη και καθαρμένη (από τρέχοντα, ενδεχομένως ειλικρινή αλλά, πάντως, επικαλυπτικά ή αλλοιωτικά της ουσίας στοιχεία, απορρέοντα από μιαν έκρυθμη λύπη, από ανεξέλεγκτες συναισθηματικές και συγκινησιακές εκρήξεις και διαχύσεις) επαναβίωσή της, δεν λειτούργησε μόνο παραμυθητικά, αλλά και επωφελώς ποιητικά. Μπορεί και τώρα ο χαρακτήρας των περισσότερων, τουλάχιστον, ποιημάτων να είναι ελεγειακός, η λύπη για τις συντελεσθείσες οριστικά και αμετάκλητα απώλειες να είναι διάχυτη, η συγκατάβαση, ωστόσο, για ό,τι ήδη συντελέστηκε ή αναμένεται ακόμα να συντελεστεί, αμβλύνει τις εσωτερικές εντάσεις του ποιητικού υποκειμένου, όχι μόνο κάνοντάς το ευεπίφορο στα καλέσματα της μνήμης, αλλά και σοφό συλλέκτη στοιχείων της ταυτότητάς του, διάσπαρτων σε σημεία όπου άλλοτε έθαλλαν κομμάτια ζωής.
Η λύπη, εν προκειμένω, και το βαθύτατα βιωμένο αίσθημα της απουσίας προσώπων του στενού και του ευρύτερου περιβάλλοντός της δεν αίρει, ούτε μειώνει την αδιαπραγμάτευτη επιθυμία της ποιήτριας, ακατάπαυστα να επιβεβαιώνεται ως ανοιχτή πρόταση επικοινωνίας με τους άλλους, ζώντες και εκλιπόντες, δια της λύπης, της ανάμνησης και της λήθης. Μάλιστα, σ’ αυτό το σημείο θα τολμούσα να πω ότι τα κενά των απόντων, που μόλις επισήμανα, δεν καλύπτονται μόνο από τη διάχυτη, στα πράγματα και στην ατμόσφαιρα, αύρα τους, αλλά και από μία εκμαυλιστική μουσική, διεγερτική της αισθαντικότητας και κατευναστική των συγκινησιακών εξάρσεων της ποιήτριας, που αφήνεται, αυτάρεσκα σχεδόν, και καταβυθίζεται σε έναν κόσμο επίβουλο, ίσως, και επίφοβο, πρόσφορο ωστόσο για ποιητικές αφυπνίσεις, γι’ αυτό και μονίμως αναβάλλει την απεμπλοκή και την απομάκρυνσή της απ’ αυτόν.
Περιοριζόμενος σε γενικές παρατηρήσεις, θα έλεγα ότι διαβάζοντας τα ποιήματα του Επιδόρπιου, είχα και έχω την αίσθηση ότι όλα τελούνται κάτω από έναν γαλήνιο, ιριδισμένο από εκπομπές ζωής -και σε καμία περίπτωση απειλητικό- ίσκιο θανάτου• γαλήνιο επειδή η ποιήτρια, έχοντας αποδεχτεί -με στάση φιλοσοφημένης εγκαρτέρησης και καθόλου μοιρολατρικά- όλα όσα της επεφύλαξε και της επιφυλάσσει η ζωή, εκφράζοντας την κατασταλαγμένη οδύνη της με μιαν υποφώσκουσα, διοχετευόμενη μέσω της γλώσσας, ειρωνική, σαρκαστική, κάποτε και αυτοσαρκαστική διάθεση. Κάπως έτσι νομίζω ότι μπορεί και ελέγχει και διατηρεί στα επίπεδα του επιτρεπτού, του ποιητικώς αποδοτικού, την εντονότατη νοσταλγική της διάθεση για μιαν εποχή που, αν και καταχωνιάστηκε στο λεύκωμα των προσωπικών επετείων, αν και σημαδεμένη από απώλειες και ματαιώσεις, επιμένει να διατηρεί τις αιχμές της και να αιωρείται ακατάπαυστα ανάμεσα στο παρόν και στο διεκδικητικό του παρόντος παρελθόν.
Τα ποιήματα του Επιδόρπιου συνθέτουν τη γοητευτική διήγηση ενός βουβού κλάματος, όπως αυτό μοιάζει να αναλύεται εκεί που ενώνονται και συνυπάρχουν αρμονικά το όνειρο και η πραγματικότητα_ αλλά μια πραγματικότητα εμπλουτισμένη με πολλά στοιχεία του ονείρου, ώστε να μπορεί να είναι αφενός φιλική και αφετέρου ποιητικά ενεργοποιήσιμη. Τα ποιήματα του Επιδόρπιου συνιστούν, εντέλει, το πεδίο της συνάντησης της ποιήτριας με τους χαμένους αγαπημένους της, το σημείο όπου ακούγεται αδιαλείπτως το «σύρσιμο από τα περασμένα» και ενεργοποιείται, σε διαφορετικές κάθε φορά εκδοχές, το παρόν. Όπου, συχνά καταφεύγοντας στην τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, διαθλώντας την εξομολογητική της διάθεση, συχνά υπεκφεύγοντας με τρόπους θεατρικούς, αναζητά τρόπους επικοινωνίας με τον άλλο, απευθείας ή μέσω του εαυτού της.

 

 

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: