Κατερίνα Αυγέρη (Σε τρίτο πρόσωπο, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2014)

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΥΓΕΡΗ

(Κατερίνα Αυγέρη, Σε τρίτο πρόσωπο, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2014)

―Κώστας Γ. Παπαγεωργίου―

Σε τρίτο πρόσωπο της Κατερίνας Αυγέρη

Σε τρίτο πρόσωπο της Κατερίνας Αυγέρη

 

Αν μου ζητούσε κάποιος να χαρακτηρίσω την ποίηση της Κατερίνας Αυγέρη θα έλεγα, χωρίς δεύτερη σκέψη, ότι πρόκειται για μία ποίηση της πόλης ή, για να είμαι ακριβέστερος, ότι πρόκειται για μία ποίηση όπου η πόλη αποτελεί το σκηνικό πλαίσιο στις διαστάσεις του οποίου εκτυλίσσονται δράματα και δημιουργούνται καταστάσεις καθημερινής τρέλας, ενδεικτικές ενός κόσμου ανερμάτιστου, με διαβρωμένο τον κοινωνικό συνεκτικό του ιστό, βυθισμένου στα ναρκωτικά σεντόνια της πνευματικής ακηδίας. Ενός κόσμου όπου τα κοινωνικά απόβλητα, εγχώριοι και αλλοδαποί, θύματα ενός ανηλεούς συστήματος, κινούνται σαν ίσκιοι διάσπαρτοι, συμμετέχοντας σε διάφορες εκδοχές της ίδιας πραγματικότητας, του ίδιου εφιαλτικού ονείρου.

Η ποιήτρια παρατηρεί διακριτικά και με φαινομενική αταραξία όλα όσα θεωρεί ενδεικτικά του ορατού και του υφέρποντος φόβου, των αδιεξόδων και της απόγνωσης που χαρακτηρίζουν τον περιβάλλοντα κόσμο. Παρατηρεί από όση απόσταση κρίνει ή αισθάνεται ότι χρειάζεται, προκειμένου να μην εμπλέκεται συναισθηματικά  στα όσα σκληρά και απάνθρωπα υποπίπτουν στην αντίληψή της, ώστε η περιγραφή, η τελική καταγραφή της μάλλον, να είναι νηφάλια, διαυγής και καταδεικτική. Η καταγραφή εικόνων, συμβάντων και καταστάσεων, στις περισσότερες περιπτώσεις, γίνεται με τρόπο αφηγηματικό, σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς αυτό να αποδυναμώνει την ποιητική υφή των πεζόμορφων κειμένων που απαρτίζουν το βιβλίο.

Ήρωες του ποιητικού αφηγηματικού κόσμου της Κατερίνας Αυγέρη είναι οι άνθρωποι που επιβιώνουν στα περιθώρια της απρόσωπης και αλεστικής των συνειδήσεων και των οραμάτων πόλης. Αυτοί που περιφέρονται σαν ίσκιοι, ασκημένοι στην παντομίμα της πείνας, οι προορισμένοι να δημιουργούν σε κάποιους το άλλοθι μιας απάνθρωπης φιλαργυρίας, ικανοποιώντας την ανάγκη των ανυποψίαστων και των αδαών για προσωπική και κοινωνική επιβεβαίωση, και οι άλλοι, οι σαλοί, οι απελπισμένα δοσμένοι στο πάθος τους, οι ποιητές της άσπρης σκόνης. Τόσο γι’ αυτούς όσο και για κάποιους άλλους, που ενηλικιώθηκαν ανέξοδα, υπάκουοι στις επιταγές του συστήματος και των εκπροσώπων του, δηλαδή των γονιών τους, με εμφανή τα σημάδια από το λουρί της υποταγής, ο έρωτας δεν λειτουργεί παρά μόνο ως επιβεβαίωση της μοναξιάς και τα ερωτικά τους σώματα μοιάζουν με εγκαταλελειμμένες πατρίδες· ο πόθος που δείχνουν ότι αισθάνονται είναι υποκατάστατος του αληθινού, είναι ψεύτικος πόθος, αγοραίος, εξαερώνεται χωρίς δικαίωση.

Ο ζόφος της καθημερινότητας σε μια μεγαλούπολη είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ποίηση της Κατερίνας Αυγέρη. Ο ζόφος, η μοναξιά, η ψευδαίσθηση της συντροφικότητας, ο εκπεσμός της αγάπης, η υποβάθμισή της σε ανταλλάξιμο προϊόν και η οριστική απώλεια του αληθινού προσώπου συνθέτουν μιαν υπόγεια πραγματικότητα, έναν μεταθανάτιο κάτω κόσμο, στις διασταυρώσεις του οποίου οι περαστικοί διασταυρώνονται με τους νεκρούς, τρέμοντας στην ιδέα ενός χαιρετισμού μαζί τους. Τέτοιες διασταυρώσεις-συναντήσεις εντοπίζει η ποιήτρια στις εν εγρηγόρσει ή εν υπνώσει περιδιαβάσεις της στην πραγματικότητα κι αυτές φροντίζει να ακινητοποιεί, φωτίζοντάς τις με το φως της αντικειμενικότητας και, συνάμα, σκιάζοντας τις με το πέπλο της αμφισημίας, της μεταφοράς και της αλληγορίας, με άλλα λόγια περιβάλλοντάς τις με το στοιχείο της ποιητικότητας.

Ο επίσημος ενταφιασμός αυτών των ζωντανών νεκρών και ο πανηγυρικός φωτισμός των ενταφιαστικών διαδικασιών επαναλαμβάνεται τελετουργικά τις ημέρες της αργίας, οπότε η ψευδαίσθηση της ελευθερίας και της διάθεσης ελεύθερου χρόνου βρίσκει προσφορότερο έδαφος για καλλιέργεια. Αυτό συμβαίνει κάθε Παρασκευή, από το απόγευμα και ύστερα, τα Σάββατα και τις Κυριακές, οπότε οι εγκλωβισμένοι, οι θαμμένοι θα έλεγα καλύτερα, των πολυκατοικιών, σκορπίζουν τη ζωή τους σε περισσότερο ή λιγότερο δαπανηρές εξόδους, επιβεβαιωτικές του άδειου της ψυχής τους, ή μένουν στο διαμέρισμά τους, δέσμιοι της μεσοτοιχίας που τους χωρίζει από τους νομιζόμενους γείτονες.

Η ποίηση της Κατερίνας Αυγέρη είναι μία ποίηση ιδιοτύπως κοινωνική· χωρίς συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο ιδεολογικό υπόβαθρο, με νηφαλιότητα και συναισθηματική εγκράτεια φέρνει στην επιφάνεια πτυχές της πιο σκληρής και απάνθρωπης καθημερινής πραγματικότητας που βιώνει στην πόλη μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων του περιθωρίου, έρμαια των ζωτικών και των επίκτητων αναγκών και εξαρτήσεών τους και μιας άλλης μερίδας ανθρώπων-θεατών των πρώτων, που αρκούνται στον δια της φτηνής φιλανθρωπίας εφησυχασμό της ούτως ή άλλως ελαστικής τους συνείδησης, υποχρεωμένοι κι αυτοί στον ενεχυριασμό των τιμαλφών του παρελθόντος για την εξασφάλιση του παρόντος τους. Κάθε ποίημα της συλλογής είναι και μια απομονωμένη εικόνα αποσπασμένη από ένα τεράστιο πάζλ συνθεμένο από σκηνές, πράξεις, λόγια, σιωπές και χειρονομίες που κινητοποίησαν την ποιήτρια διττά: ποιητικά αλλά και ως κοινωνικά ευαισθητοποιημένο άτομο.

Με ματιά σχεδόν φωτογραφική απομονώνει και ακαριαία ακινητοποιεί, μέσα στη φαινομενική κίνησή τους· διακρίνει και αποσπά, θα ήταν ίσως καλύτερα να πω, μέσα από τη βαλτώδη ακινησία τους ανθρώπους που πιστεύει ότι έπεσαν θύματα ενός κόσμου αλλοτριωμένου και ενός ανεξέλεγκτου και σκοτεινού αλλοτριωτικού μηχανισμού. Τους αποσπά και τους απομονώνει όχι τόσο για να εκφράσει τον θυμό ή την απόρριψή της, όσο για να τους περιβάλει με τη στοργή και την κατανόησή της, μην έχοντας να τους καταλογίσει παρά μόνο μιαν ανεπίτρεπτη αθωότητα, μια παιδαριώδη ευπιστία σε σαθρές υποσχέσεις που αποσκοπούσαν στην άμβλυνση των συνειδήσεών τους και στον εθισμό τους στο ανώδυνο και στο επιφανειακό. Ο λόγος της ακούγεται άλλοτε άμεσα αφηγηματικός, αδιαμεσολάβητος, άλλοτε σαν σαρκαστικός κλαυσίγελος, άλλοτε ειρωνικός, υποσκαπτικός, αδιάφορος, ψυχρά σχολιαστικός, όπως και  όσο χρειάζεται προκειμένου να κρύψει τις συσπάσεις που η λύπη ή η απόγνωση δημιουργεί στο πρόσωπό της, σαν ευαίσθητος δέκτης που είναι των αναθυμιάσεων ενός τερατωδώς αλλοιωμένου περιβάλλοντος. Κυρίως, όμως, συμβάλλει στη νόθευση των ρεαλιστικά δομημένων εικόνων της, θαμπώνοντας τη στιλπνή, διαυγή επιφάνειά τους, προσδίδοντάς τους την υφή του ονείρου, και μάλιστα ενός ονείρου εφιαλτικού, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι υπόνομοι, οι υπόγειες σήραγγες, οι κάδοι σκουπιδιών και οι άνθρωποι-σκουπίδια.

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: