Εdgar Αllan Poe, Ulalume (Γιουλαλούμ)

Εdgar Αllan Poe
Ulalume (Γιουλαλούμ)

―Απόδοση: Γιάννης Ευθυμιάδης―

Ulalume-Rosetti

 

Ο ουρανός γαλήνιος, σαν τέφρα·

Τα φύλλα ήταν ξερά και μαραμένα –

Τα φύλλα ήταν όλα μαραμένα·

Ήτανε νύχτα έρημου Οκτώβρη

Χρονιά αλησμόνητη μες στη ζωή μου:

Πλάι στην καταχνιά της λίμνης Όμπερ,

Μες στη θολή επικράτεια του Γουίαρ –

Στη νοτισμένη βραχολίμνη Όμπερ,

Στο στοιχειωμένο δάσωμα του Γουίαρ.

 

Σε μια τιτάνια δεντροστοιχία

Κυπαρισσιών σεργιάνιζε η Ψυχή μου –

Στα κυπαρίσσια η Ψυχή μου η ίδια,

Κάποτε είχε η καρδιά μου φλόγα

Σαν ποταμός από φωτιά που ρέει –

Σα λάβα που ακατάπαυστα κυλάει

Ρέμα από θειάφι εκεί στο όρος Γιάνικ

Στα μακρινά τα κλίματα του Πόλου –

Που κροταλούν καθώς κυλούν στο Γιάνικ

Στο μακρινό κράτος του Βόρειου Πόλου.

 

Λέγαμε λόγια σοβαρά και πράα,

Μα οι σκέψεις άψυχες και μαραμένες

–Οι μνήμες μάς προδίδαν μαραμένες–

Γιατί δεν ξέραμε πως είν’ Οκτώβρης,

Δε σημαδέψαμε ποια ήταν η νύχτα

(Αχ, νύχτα εσύ μες στις νυχτιές του χρόνου!)

Μήτε λογίσαμε τη βραχολίμνη Όμπερ

(Αν κι είχαμε ως εδώ κάποτε έρθει)

Δεν θυμηθήκαμε τη βραχολίμνη Όμπερ,

Ούτε το στοιχειωμένο δάσωμα του Γουίαρ.

 

Τώρα καθώς η νύχτα πλέον γέρνει

Κι ο αστρόδισκος σημαίνει πως χαράζει

–Των άστρων δείχνει ο δίσκος πως χαράζει–

Στου δρόμου μας το τέρμα νοτισμένο

Λούστρο θαμπό γεννήθηκε και πάλι,

Μια θαυμαστή σελήνη ξεπροβάλλει

Ζευγάρι κέρατα έχει στο κεφάλι –

Το διαμαντένιο σέλας της Αστάρτης

Που ξεχωρίζουν τα δυο κέρατά της.

 

«Πιο» είπα «κι απ’ την Άρτεμη θερμή ’ναι·

Κυλά μέσα σε στεναγμών αιθέρα –

Οργιάζει μέσα σε κλαυθμού αιθέρα:

Βλέπει πως δεν στεγνώσανε τα δάκρυα

Στα μάγουλα, δε λιώνει το σαράκι

Προσπέρασε του Λέοντα τ’ αστέρια

Για να μας δείξει δρόμο για τα ουράνια

–Για τη γαλήνια λήθη στα ουράνια–

Πιο πέρα από τον Λέοντα ανατέλλει,

Να μας φωτίσουν τα λαμπρά της μάτια –

Απ’ τη φωλιά του Λέοντα ανατέλλει,

Με αγάπη στα δυο πάναστρά της μάτια».

 

Μα η Ψυχή μου, υψώνοντας το χέρι,

«Τι κρίμα» είπε «δεν πίστεψα στο αστέρι –

Στην άγνωστη δεν πίστεψα χλομάδα:

Αχ, βιάσου! Αχ, ας μην αργοπορούμε!

Αχ, πέτα! Ας πετάξουμε, αφού πρέπει»

Με τρόμο είπε λυγώντας τα φτερά της

Μέχρι που πια κυλίστηκαν στη σκόνη –

Οδύρονταν με οδύνη, μέχρις ότου

Τα πούπουλά της σύρθηκαν στη σκόνη –

Ώσπου με θρήνο σύρθηκαν στη σκόνη.

 

«Δεν είναι παρά όνειρο» της είπα

Ας μείνουμε σ’ αυτό το φως που τρέμει!

Στο κρυσταλλένιο φως του ας λουστούμε!

Σιβυλλική η αίγλη του, πώς λάμπει

Με ομορφιά, απόψε, και μ’ ελπίδα!

Στον ουρανό της νύχτας, δες, πώς τρέμει,

Ας έχουμε στη λάμψη εμπιστοσύνη –

Πώς με ασφάλεια θα μας κατευθύνει

Στον ουρανό της νύχτας, αφού τρέμει.»

 

Γαλήνεψα φιλώντας την ψυχή μου,

Κι απ’ τα σκοτάδια της την ανασύρω –

Απ’ τα σκοτάδια κι απ’ τους δισταγμούς της·

Φτάνοντας ως του ορίζοντα την άκρη,

Μα σταματήσαμε μπροστά σε τάφο-

Στη θύρα ενός αχνογραμμένου τάφου·

Κι είπα: «Αδερφή μου, τι είν’ εδώ γραμμένο

Στη θύρα αυτού του αχνογραμμένου τάφου;»

Και είπε: «Της Γιουλαλούμ, της Γιουλαλούμ σου –

Είν’ της χαμένης Γιουλαλούμ ο τάφος!»

 

Είν’ η καρδιά μου ήρεμη, σαν τέφρα

Σαν τα πεσμένα, μαραμένα φύλλα –

Σαν τα τελείως μαραμένα φύλλα·

Και φώναξα: «Ήταν σίγουρα Οκτώβρης

Τη νύχτα αυτή του περασμένου χρόνου

Που ως εδώ κάτω είχα ταξιδέψει!

–Που έφερα ένα βάρος όλο τρόμο–

Τη νύχτα αυτή μες στις νυχτιές του χρόνου

Ποιος δαίμονας με έσπρωξε ’δώ κάτω;

Έμαθα πια τη βραχολίμνη Όμπερ

–Και τη θολή επικράτεια του Γουίαρ–

Έμαθα πια τη βραχολίμνη Όμπερ,

Το στοιχειωμένο δάσωμα του Γουίαρ.»

 

 

 

 

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: