ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

­-Γ. Ξ. Στογιαννίδης (1912-1994)­-

Από τότε που εισέβαλε ο υπερρεαλισμός και η ψυχανάλυση η ποίηση άλλαξε πρόσωπο. Όσοι είχαν την τόλμη να τη δεχτούν πρώτοι, νιώσαν τη σαγηνευτική αίσθηση του καινούργιου, του «καινοφανούς αισθητικού γεγονότος». Αυτή η «χάρη, είναι κάτι που δε δίνεται συχνά στις ιστορίες της ποίησης του κάθε λαού», σημείωνε ένας θεωρητικός εκπρόσωπός της.

Τούτη τη χάρη, αυτή τη σαγηνευτική αίσθηση του καινούργιου, την ένιωσα κι εγώ, όταν νέος ζητούσα ένα αισθητικό άνοιγμα που θα μ’ έβγαζε στη «χώρα των παραμυθιών». Από τότε κύλησαν σαράντα τόσα χρόνια και το εφηβικό πρόσωπο της νεότροπης ποίησης έχασε τη λάμψη του.

Δεν ήταν μόνο η φυσιολογική φθορά που ο χρόνος επέβαλε, ήταν κι οι πολλαπλές δοκιμασίες, ο πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση, ο εμφύλιος και άλλα δεινά που ακολούθησαν. Παρ’ όλ’ αυτά τα ίχνη των πρώτων διδαξάντων εξακολουθούν να είναι αναγνωρίσιμα. Όμως εκείνη η «χάρη» δεν είναι δυνατό να μεταγγισθεί.

Ευτυχώς υπάρχουν οι αιρετικοί σαν τον Σαχτούρη, τη Βακαλό, τον Καρούζο, τον Σινόπουλο, την Αραβαντινού, που με τα αλλεπάλληλα ρήγματα προκαλούν ένα άνοιγμα που τη βοηθούν να βγει απ’ το αδιέξοδό της.

Η ποίηση είναι γλώσσα. Κι οι παραπάνω ποιητές έχουν την προσωπική τους γλώσσα, που πλουτίζει το χώρο της ποίησης και τη διαφοροποιεί. Δεν συμπεριλαμβάνω τις όψιμες κι ανεξήγητες αναβιώσεις του υπερρεαλισμού, οι οποίες σήμερα σκοπεύουν κάπως έξω από το στόχο τους.

Ο Εμπειρίκος βγαίνοντας απ’ ευθείας από τον υπερρεαλισμό και την ψυχανάλυση σε μια εποχή που ο παραδοσιακός στίχος δεν είχε ακόμη εγκαταλείψει τα οχυρά του, δεν είχε κατορθώσει να στρατολογήσει οπαδούς. Η αυτόματη γραφή του προκαλούσε δυσπιστία και θυμηδία. Χρειάστηκε να εξαντληθεί μια μεγάλη πίστωση χρόνο κι όταν οι μεταπολεμικοί νέοι έβγαιναν από τη δοκιμασία του πολέμου, δηλαδή σε χρόνο εντελώς ανύποπτο, για να γίνει αποδεκτός.

Η φιλοπαίγμων φαντασία του κι η έξαρση του ερωτικού στοιχείου σκανδάλισαν ίσως τους νέους, ώριμους κατά τ’ άλλα. Έτσι «συνέπλευσαν δίχως τύψεις», «κυνηγητές της γοητείας και των ονείρων».

Αλλ’ ας επιστρέψω στους πρώτους «διδάξαντας». Η έτοιμη γλώσσα που παρέλαβαν τους απάλασσε από το πρόβλημα της μορφής. Ο ελεύθερος στίχος ήταν μπροστά τους ανοιχτός σαν ένας ελεύθερος δρόμος. Αυτό όμως τους υποχρέωνε να στραφούν στην εφεύρεση ενός άλλου τρόπου επικοινωνίας, να δημιουργήσουν μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα που θα τους εδικαίωνε σαν συνεχιστές. Αυτό το «κάτι» άλλο αναδύθηκε μέσα από την τριβή και τη δοκιμασία από ένα σύνολο ποιητών. Δεν αποτελεί προνόμιο ενός ποιητή. Δεν είναι η ξεχωριστή φωνή που θα συνεγείρει. Ίσως τη «χάρη» εκείνη να μην τη ξανανιώσουμε. Η ανανέωση που επιχειρείται σήμερα στην ποίηση δεν είναι εντυπωσιακή.

Ο σημερινός ποιητής «επιχειρεί έναν αγώνα μέσα στο ίδιο το ποίημα που έχει σκοπό ν’ ανακαλύψει αυτό που κρύβουν οι λέξεις, ν’ αγγίξει τα πράγματα μέσα απ’ αυτές». Ακόμα, όπως πολύ σωστά παρατηρεί κριτικός μου αναφερόμενος στο τελευταίο μου βιβλίο, «να διαρρήξει τα στεγανά του ποιήματος», για ν’ αποκαλύψει πίσω από ένα «αστραφτερό» κι ωστόσο επικίνδυνο παιχνίδι «με σπαθιά και μαχαίρια» αυτό που συντελείται στα έγκατά του. Η πράξη αυτή τον οδηγεί και στην απόλυτη ελευθερία του.

Το ποίημα για τον σύγχρονο ποιητή δεν είναι απλά λέξεις που φορτίζονται από μέσα, αλλά ένας ζων οργανισμός που για την κατάκτηση και την τελείωσή του πρέπει να τον παλέψεις. Φαίνεται πως εκεί κάτω στα ύφαλά του μυστικές και αθόρυβες μετακινήσεις συντελούνται. Βοηθούν, θα έλεγε κανείς, σε μια αναδίπλωση, σε ένα ξεμούδιασμα.  Όμως αυτό δε συμβαίνει με όλους τους ποιητές. Μια νέα ποιήτρια εξομολογείται: «Τίποτα δεν μπορώ να σας αποκαλύψω. Όλα θα τ’ ανεβάσετε εσείς απ’ το βυθό».

Με λίγα λόγια η συνεργασία με τον αναγνώστη είναι απαραίτητη. Ο Σεφέρης παλαιότερα ευχήθηκε να μιλήσει απλά αλλά τα Τρία κρυφά ποιήματα τον διέψευσαν. Ο Παπαδίτσας εγκατέλειψε τον υπερρεαλισμό για να προσχωρήσει στον μυστικισμό.

Η ποίηση διαθέτει ένα χώρο ευρύ. Δέχεται και καλωσορίζει κάθε νέο στοιχείο. Φτάνει να διαθέτει την ανάλογη ικανότητα ο ποιητής. Η ποίηση δεν έχει απαγορεύσεις· είναι ανοιχτή για ένα θαύμα, για μια «χάρη. Θα ’λεγα εδώ πως βρίσκεται σ’ ένα στάδιο αναμονής. Όσο για τον κοινωνικό της ρόλο και βέβαια υπάρχει. Φτάνει να μην προδίνει αυτή την ποίηση. Γιατί ένα κόσμος δίχως ποίηση είναι ένας κόσμος δίχως «παράθυρα».

Ο ποιητής παραμένει απλά ένας άνθρωπος, όπως είπε το 1966 ο Corso, «ένας άνθρωπος που νιώθει ότι δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ο φύλακας της ανθρώπινης συνείδησης που όταν πεθάνει, κάποιος άλλος ποιητής θα πάει στη βάρδια του για να τελειοποιηθεί η συνείδησή του ακόμη περισσότερο, για να γίνει ο άνθρωπος και η ζωή πιο ολοκληρωμένη».

Ο κόσμος είναι ωραίος και διαβάζει κανείς και σήμερα θαυμάσια ποιήματα σε μια γλώσσα τρέχουσας καθημερινότητας. Στο φυλλάδιο που κυκλοφόρησε σα μνημόσυνο στη μνήμη της Αμαλίας Τσακνιά η Εταιρεία Συγγραφέων (Αμαλία Τσακνιά, 1932-1984. Μνημόσυνο, 1984), αυτής της θαυμάσιας ποιήτριας που έφυγε τόσο γρήγορα από τον κόσμο, διάβασα ένα συγκλονιστικό ποίημά της, μ’ έναν χαριτωμένο τρόπο γραμμένο.

Αυτή η παιγνιώδης αντιμετώπιση του θανάτου από έναν νέο ποιητή μας υπενθυμίζει πως η ποίηση έχει πολλούς δρόμους δικούς της για να επιβιώνει και να αιφνιδιάζει.

[1985]

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: