ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΡΕΪΖΗΣ (Παλιά και νέα ποίηση, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1953)

Παλιά και νέα ποίηση

―Δημήτρης Νικολαρεΐζης (1908-1981)―

 

Την ολιγάριθμη ανθρώπινη μειονότητα την αφιερωμένη στη λατρεία του στίχου ένας πόθος από μιας αρχής την παρακινούσε. Ο ποιητής όλων των καιρών και όλων των τόπων το ίδιο πράγμα ορέγεται να κατορθώσει. Σε φράσεις άρτιες και σαν ακατάλυτες, εσωτερικά οργανωμένες, στο έπακρο εκφραστικές, σε φράσεις όπου η γλώσσα, το πρόχειρο τούτο όργανο της τρέχουσας συνεννόησης, γίνεται άξαφνα το υλικό μιας τελειωτικής πλαστουργίας, – σφιχτοδεμένο σύνολο μορφών άθραυστων, στην εντέλεια συσσωματωμένων με τα νοήματα, – φιλοδοξεί ο ποιητής ν’ αποθέσει το περίσσευμα του ψυχικού του βίου. Μέσα στο μέγα πλήθος των ανθρώπων που ταιριάζουν τα χνώτα τους εκείνος είναι ο μονήρης και ο ξεχωριστός, ο από φυσική κατασκευή απροσάρμοστος. Από τα παιδικά του χρόνια τον βαραίνει το αίσθημα κάποιου ιερού φορτίου, καμωμένου από ανάγκες και δυνατότητες ανεκδήλωτες και από ασύμμετρες ποσότητες αισθημάτων, ενός φορτίου που δεν είναι για να απορροφηθεί σιγά σιγά από τη ζωή ούτε να διοχετευθεί σε τίποτα μεγάλες και ασυνήθιστες πράξεις. Μα επιτέλους, αργά ή γρήγορα, μια αυλαία σηκώνεται μπρος στα έκθαμβα μάτια του και ο στίχος, πραγματικότητα υπερούσια με ορίζοντες αχανείς, του αποκαλύπτεται σαν καταφυγή και σαν απελευθέρωση. Ο μόνος γι’ αυτόν κατοικήσιμος χώρος! Εκεί, στην περιοχή του αποθεωμένου λόγου, η καταπιεσμένη του ψυχή, η σφηνωμένη στα γήινα, αίρει το βάρος της. Εκεί η φαντασία του βρίσκει τα πλαίσια που αντιστοιχούν στην περίμετρό της.

Αν η αιτία που δημιουργεί την οικογένεια των ποιητών είναι το ιδίωμα τούτο, κοινό σε όλους, κάποιας ιδιορρυθμίας που απομονώνει και διαφοροποιεί, δεν είναι το ίδιο κοινή και η επίδραση της ιδιορρυθμίας αυτής στο σύνολο του ψυχικού βίου του ποιητή, με άλλα λόγια δεν είναι ίδια κι απαράλλαχτη για όλους η εσωτερική απόδοση της ποιητικής ιδιοφυίας. Δεν πρόκειται για τις διαφορές αποδοτικότητας, σε ποιόν και ποσόν, του δημιουργικού δαιμονίου, ούτε για τις αξιολογικές διαφορές των έργων που θα κριθούν, τελειωμένα. Ας αφήσουμε προσωρινά κατά μέρος την άποψη της αισθητικής. Στον ποιητή, είτε εξαιρετικός είτε μέτριος είναι, τίθεται ωμά ένα πρόβλημα εσωτερικής ανασυγκρότησης. Την ανισορροπία του, το διχασμό τον ενδόμυχο του είναι του, –έργο των πολλαπλών εφέσεων που δεν γίνονται πράξεις,– δε θα το θεραπεύσει παρά με την εξουδετέρωση των συντελεστών της ανωμαλίας: με την ενσωμάτωση των ονείρων του σε στίχους και με την προοδευτική χρησιμοποίηση των υπεράριθμων δυνάμεων της ψυχής στα έργα του πνεύματος. Θεωρητικά η δυνατότητα της δημιουργίας, η ποίηση τού αρκεί. Τίποτε φαινομενικά δεν εμποδίζει τον άξιο του ονόματος ποιητή, τον απογοητευμένο και ανικανοποίητο από την πείρα του της ζωής, να γεμίσει με τα πλάσματα της φαντασίας του τα κενά της, να ξαφνιάσει, να σαγηνεύσει και να επιβληθεί – να φέρει ως τη φτωχή καλύβα του τη φωταψία της δόξας και ως το παραγκωνισμένο του άτομο, αδέξιο και το άβουλο, το θαυμασμό και την αγάπη ακόμα των συνανθρώπων του. Θα έλεγε κανείς πως ο κότινος της ποιητικής νίκης μπορεί και πρέπει ν’ αφαιρεί από την καρδιά του ποιητή κάθε κρυφήν αιτία μελαγχολίας. Η ευδόκιμη ποιητική σταδιοδρομία, έξαρση και προβολή της προσωπικότητας ως τις πιο απόκρυφες πτυχές της, φαίνεται σα να είναι σε θέση, καλύτερα κι από την ανθρώπινη, για εξωτερικές και απτές πραγματοποιήσεις. Και όμως η ανακουφιστική ενέργεια των ποιητικών αθλήσεων δεν έγινε σε όλους όμοια αισθητή, δεν είναι άσφαλτη.

Πολλών ποιητών, που δεν ήταν από τους κατώτερους, το δράμα έμεινε άλυτο και η ψυχική τους υπόσταση ασυμπλήρωτη, – παρ’ όλο που η τέχνη τους έκλεισε προοδεύοντας το δικό της κύκλο. Οι περιπτώσεις είναι πολυποίκιλες και η αιτιολογία τους παραλλάζει. Ωστόσο τούτο θα μπορούσε να ειπωθεί σα γενική διαπίστωση. Κάποιο αδυσώπητο ριζικό σα ν’ αλυσοδένει τις ζωές των ποιητών τούτων και σα να φτωχαίνει μέσα τους τα σπέρματα της ενέργειας. Η τέχνη του αντιπερισπασμού, της ανανέωσης, κάποια ικανότητα του «πολιτεύεσθαι» στα πνευματικά, η ορμή που σπρώχνει τα δραστήρια πλάσματα έξω από πνιγηρές καταστάσεις απουσιάζουν ολότελα από το είναι τους. Το πνεύμα τους δένεται με τ’ αδιέξοδα και λιμνάζει μες στη μονοτονία της ψυχής. Όπως και να χαρακτηρισθεί η κατάσταση τούτη, – είτε σαν στενότητα και ανισοσκέλεια ψυχής, θέση χωρίς αντίθεση, είτε σαν άγχος, μόνιμος τραγικός έρωτας προς τα ανέφικτα και τ’ απόντα, είτε σαν έλλειψη εσωτερικής αλλαγής, έλλειψη κυκλοφορίας των ψυχικών στοιχείων και θέας των πραγμάτων πανοραματικής, – βέβαιο είναι πως ό,τι έχασαν σε έκταση και πληρότητα οι ποιητές της κατηγορίας αυτής το κέρδισαν σε ένταση και γνησιότητα ποιητικού τόνου. Η πνευματική τους ευδαιμονία έλαβε το σχήμα της ολιγάρκειας. Δεν αξιώθηκαν να γνωρίσουν την ακέραιη λύτρωση, την εγκατάσταση στη σφαίρα του λόγου ενός εγώ ολοκληρωμένου, πανηγυρικά φωτισμένου πέρα ως πέρα, – ενός εγώ όπως των άλλων, των θριαμβευτών του στίχου, που να είδε και να έπαθε πολλά στο διάστημα της ζωής του, αλλά να κρατήθηκε πάντα στην ευθεία, χάρη σ’ ένα ένστικτο συνετού προσανατολισμού, και να έκαμε στο τέλος όλη του την πείρα δημιουργία αφήνοντας πίσω του για εντρύφημα των μεταγενέστερων λυρικά απομνημονεύματα μιας θεαματικής πολυχρωμίας. Όχι, δεν εγνώρισαν τέτοια μακαριστή άνθιση πνευματικής ζωής, τέτοια διάχυση, τέτοια ευχέρεια μετατροπής του είναι σε λόγο. Με τα φτερά κομμένα σύρθηκαν πίσω από το φάντασμα μιας εδεμικής αρμονίας παντοτινά απροσέγγιστης. Κι έδωκαν στην έμπνευση, που είναι για τους περισσότερους ουρανόσταλτη έξοδος από την παθητική ενατένιση των ατελειών της ζωής και μεθυστικό ξεκίνημα για φανταστικά ταξίδια, την έννοια την ελάχιστα γοητευτική μιας νηφαλιότερης αυτογνωσίας. Η ποίησή τους, αντί ν’ ακτινοβολεί τριγύρω της σε μεγάλη απόσταση σκορπίζοντας τα φώτα των ιδεών, των ενθουσιασμών, των εξάρσεων, τα ειρηνοφόρα αγγέλματα μιας ασφαλισμένης κυριαρχίας πάνω στην απέραντη θάλασσα των ανθρωπίνων παθών, προσελκύει τους μετρημένους πιστούς της με λάμψεις που σχίζουν το έρεβος του ανέκφραστου και ξυπνά λησμονημένους ανθρώπινους καημούς, προχωρώντας σε μια περιοχή ολοένα απώτερη, ολοένα εγγύτερη στις σκοτεινές ρίζες του όντος. Ούτε στιγμή δεν φεύγει η ποίησή τους από τη ζώνη της επαφής με την ωμή εσωτερική αλήθεια και ποτέ δεν ανοίγει δρόμο προς την τέλεια απολύτρωση. Τα διαλείμματα της αιθρίας που σπέρνονται εδώ κι εκεί, μέσα στους στίχους τους, οι παροδικές θέες γαλάζιου, δεν σημειώνουν πατά το φευγαλέο πέρασμα μιας οπτασίας, ένα πλησίασμα ανέσπερου αγαθού που χαρίζει για λίγο στην ψυχή την εικόνα του κι έπειτα πάλι χάνεται στα βάθη των απόκοσμων οριζόντων απ’ όπου ανέτειλε. Το ίδιο περαστικές είναι μέσα στην ποίηση αυτή και οι εκστατικές καταστάσεις, η έκλυση εκείνη και το ημέρωμα που βρίσκουν την έκφρασή τους σε εναρμονισμένες στροφές και σε μουσικά μεσουρανήματα στίχων. Αισθάνεται κανείς πως οι άνθρωποι που πέρασαν από τέτοιες βραχύπνοες μεταρσιώσεις μόλις εξουδετέρωσαν για λίγες στιγμές την άσβεστη εστία των ανεκπλήρωτων πόθων και των νοσταλγιών που καίει στα σπλάχνα τους.

Μέσα στην ιστορία των παγκόσμιων γραμμάτων τα παραδείγματα των ποιητών του είδους αυτού είναι σπάνια, όσο γυρίζει κανείς στους περασμένους καιρούς, αραιότερα. Η ορθόδοξη γραμματολογία ή δεν τους αναφέρει καθόλου ή συνοδεύει τα ονόματά τους με χαρακτηρισμούς πολύ λίγο τιμητικούς, όπως εκείνος των poetae minores, των ποιητών δευτερεύουσας σημασίας που έζησαν άσημοι κάτω από τη σκιά των μεγάλων. Μα η ποίηση που δεσπόζει σήμερα στον ορίζοντα, η νεότατη ποίηση η δική μας, αυτή που ψάχνει, καθώς είπα, για μια σφαίρα κάπως υποχθόνια του υποκειμενικού έξω από τριμμένες και μηχανικές καταστάσεις, αναγνωρίζει ανάμεσα σ’ αυτούς τους «ελάσσονες ποιητές», ανάμεσα σ’ αυτούς τους αφανείς, τους πρωτομάρτυρες και τους αρχηγούς της.

Χρωστώ να τονίσω αμέσως ότι ποίηση που ονομάζω νεότατη δεν είναι όλη η απάλιωτη ακόμα σε στίχους παραγωγή των νεοτέρων χρόνων, αλλά μόνο ένα μέρος της, ένας ξεχωριστός βλαστός από το δέντρο της. Και για να γίνω ακόμα σαφέστερος δηλώνω πως πρόκειται για το ποιητικό εκείνο ρεύμα που έδωσε ό,τι πιο πρωτότυπο φανερώθηκε μετά τα ρομαντικά χρόνια και που έφτασε ως τις μέρες μας περνώντας από πολλούς σταθμούς και δημιουργώντας τέλος την ποίηση την εικονοκλαστική και ασυμμόρφωτη που θάλλει σήμερα στα περίχωρα του υπερρεαλισμού. Ρεύμα άγνωστο από πού ξεκινημένο. Μάταια θα προσπαθούσε να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια την πρώτη ιστορική του αφετηρία. Η ομίχλη σκεπάζει τις πηγές του. Ωστόσο μερικά ονόματα που τα έντυσε η υστεροφημία με αιφνίδια δόξα, – όπως του Ζεράρ ντε Νερβάλ, του Έντγκαρ Πόε, του Μπωντελαίρ, του Ρεμπώ, του Λωτρεαμόν και του Απολλιναίρ – μας βοηθούν, σαν ονόματα άστρων, να διακρίνουμε κατά προσέγγιση από πού αρχίζει και ως πού απλώνεται μέσα στο φιλολογικό στερέωμα ο νέος ποιητικός Γαλαξίας. Δεν βάζω εδώ στη σκέψη μου γεωγραφικά σύνορα από σκοπού. Αν αναφέρω μόνο ονόματα Γάλλων, και του Αμερικανού Έντγκαρ Πόε που κι αυτός στη Γαλλία περισσότερο παρά στην πατρίδα του καρποφόρησε, είναι γιατί μέσ’ από το χωνευτήρι των γαλλικών γραμμάτων βγήκε κι άστραψε πρώτη φορά ολοκάθαρο το μέταλλο του νέου λυρισμού. Στο διάστημα του μεσοπολέμου μας ήρθαν δείγματα της ποιητικής τεχνοτροπίας του αιώνα μας από την Αγγλία, την Ιταλία, την Ισπανία κι από άλλες χώρες. Ένας Άγγλος ποιητής, ο Θωμάς Έλιοτ, ο σχολάρχης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ανακεφαλαίωσε τα συστατικά της έννοιας του μοντέρνου στην ποίηση και πρόσθεσε άλλα, πρωτότυπα, ποικιλίες μορφής που δεν έχει ακόμα εκτιμηθεί η αξία τους. Όμως παραμένει αληθινό πως η Γαλλία μας έδωσε το αρχέτυπο και τη βασική αίσθηση του νέου ρυθμού.

Παράλληλα λοιπόν προς το θετικό τούτο ξεχώρισμα, που μας επιτρέπει να βάλουμε μέσα σε κάποιο ιστορικό σχήμα τη νέα ποίηση, ένα άλλο ξεχώρισμα, μια φανερή αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτό που πάει ν’ αποτελέσει το χαρακτήρα και το πνεύμα της νέας ποιητικής εποχής και σ’ εκείνο που έδινε άλλοτε τον τόνο στην ποίηση, – μια απόλυτη ετερότητα ουσίας, ύφους, διαθέσεων, διεκδικήσεων, σκοπών, – σμίγει και συναρμολογεί όλη την υπόλοιπη ποίηση σε μια κοινή συνομοταξία. Παλαιότατες αντιδικίες και διαφορές διαλύονται στο φως μιας νέας γενικής εποπτείας που επωφελείται από το μάκρος της αυξημένης απόστασης και συγχύζοντας τα πράγματα ρίχνει επάνω τους ένα μανδύα ενότητας πρωθύστερης, καμωμένον με ό,τι πέρασε απαρατήρητο από γενεές προκατόχων, με όλα εκείνα που έμοιαζαν φυσικά και σαν αυτονόητα και που φάνηκαν ουσιώδη συστατικά του παλιού στίχου μόνον αφότου ήρθε η νέα ποίηση κι έχτισε το σπίτι της χωρίς αυτά. Άλλη μια φορά η φιλονικία του παλιού και του νέου τάραξε τη γαλήνη της γραμματολογίας. Και δεν είναι παράξενο να ιδεί κανείς ονόματα να τα συμπλέκει ανέλπιστα κοινή τύχη. Για την προχωρημένη κριτική συνείδηση του καιρού μας ο Αντρέ Σενιέ π.χ., ο εκπρόσωπος του κλασικισμού που ψυχομαχούσε, και ο Βικτώρ Ουγκώ, ο πρωτοστάτης του ρομαντισμού, θα μπορούσαν να βρεθούν κάτω από την ίδια στέγη και να μπουν στην ίδια σειρά. Όχι γιατί η αντινομία που τους έφερε αντιμέτωπους έχασε την αρχική σημασία της. Απλώς η βάση απ’ όπου ξεκινούσε η σύγκριση αναμεταξύ τους υποχώρησε και κάποιο σύνορο άλλαξε θέση ώστε να συμπεριλάβει και των δυο ποιητών τα οικόπεδα.

Το παραμέρισμα του ρομαντισμού από τη συνηθισμένη του θέση θα σκανδάλιζε ίσως περισσότερο από καθετί άλλο. Ωστόσο η αναδρομική συναδέλφωσή του με αντίπαλες ιστορικά τάσεις δεν είναι τόσο σόλοικη όσο φαίνεται. Όσο κι αν ξαφνίζει το πράγμα, ο ρομαντισμός όπως ενσαρκώθηκε στα μεγάλα του ονόματα, ο ζωογόνος και μεγαλοφάνταστος ρομαντισμός δεν ήταν η τέλεια ανατροπή και σε όλα αντικατάσταση του κλασικού καθεστώτος. Ούτε πρέπει να λογαριάζεται σαν η μοναδική βρυσομάνα από την οποίαν επήγασαν όλες οι μορφές της νέας ευαισθησίας. Τα χαρακτηριστικά που έθιξα λίγο πριν, μιλώντας για όλους μαζί τους προδρόμους των τελευταίων ποιητικών τάσεων, δεν διακρίνουν έναν Ουγκώ ή ένα Λαμαρτίνο, ούτε τον Γουόρτσγουορθ, τον Βύρωνα και τον Σέλλεϋ. Η βούλα του ανικανοποίητου ανθρώπου, το βιολογικό στίγμα που εμποδίζει τον κατά τα άλλα άξιο ποιητή να ολοκληρωθεί και να ηρεμήσει, – επειδή στο σύμπλεγμα των ψυχικών ιδιοτήτων του υπερτερούν ορμέμφυτα που οδηγούν πέρα από το γεγονός της αισθητικής επιτυχίας, – η στυγνή υπερένταση των δυνάμεων της ψυχής, κάποια απουσία τρυφερότητας, η εξαγρίωση του ερωτισμού ξαναγυρισμένου στα σαρκικά του φύτρα, αυτή η ξέφρενη μυστική λατρεία του εξωλογικού και του ασυνείδητου που υπονομεύει τα πατροπαράδοτα θεμέλια της ζωής και υποτάσσει τον άνθρωπο στο κράτος μιας νέας μαγείας, τα βαθύ αίσθημα μιας απερίγραπτης απώλειας, στο κεφάλαιο βέβαια της ζωικής επάρκειας και της ζωικής ευτυχίας, που κανένα πνευματικό αντάλλαγμα και καμιά με λέξεις υπεκφυγή δεν είναι σε θέση να το ισοφαρίσει, – αίσθημα που διατρέχει επίμονα το νεότερο λυρισμό, – όλα τούτα δεν έλκουν την καταγωγή τους από τον επαναστάτη ρομαντισμό, γιατί παρ’ όλα τ’ άρρυθμα πρώτα του βήματα εκείνος κατόρθωσεν έπειτα να στεριώσει την εξουσία του στα νεοκατακτημένα εδάφη και να πλάσει έναν ανθρώπινο τύπο υπερτροφικό ίσως από πολλές απόψεις μα καθόλου ανάπηρο. Η πρώτη αρχή τους βρίσκεται σε κάποια ναυάγια, σε κάποια στιλπνά υδρόβια του βυθού που τ’ άφηκεν ακάλυπτα στην ακτή η ρομαντική παλίρροια. Τέτοιο απομεινάρι του ρομαντισμού, – προικισμένο όμως με πόση δύναμη μεταθανάτιας φιλολογικής επίδρασης! – είναι το λιγοστό έργο του απόκοσμου Ζεράρ ντε Νερβάλ, του ποιητή που παραβίασε πρώτος την «ελεφάντινη πύλη» του βασιλείου των ονείρων κι άφησε για κληρονομιά στους κατοπινούς του την επίφοβη ανάμνηση της σχιζοφρένειάς του.

Άρα λοιπόν ο σπόρος που έδωσε τον καρπό του νεότερου λυρισμού δεν έπεσε από τα χέρια των καθαρόαιμων ρομαντικών, ούτε η απαρχή της νέας ποιητικής περιόδου βρίσκεται μέσα στη ζώνη του ρομαντισμού, αλλ’ έξω απ’ αυτή, σ’ ένα σημείο που μόλις το άγγιξε σβήνοντας το ρομαντικό κύμα.

Ο ρομαντισμός της καλής εποχής, βγαλμένος από το θρυλικό του περίβλημα και αποκαταστημένος στην αληθινή του φύση, – που δεν ήταν ποτέ απόλυτα αντίθετη προς κάθε έννοια συμβιβασμού, ούτε ανοικονόμητη και αδιάπτωτα τραγική, – συσσωματώνεται κι αυτός στην υπόλοιπη ποίηση και προσθέτει και τα δικά του στελέχη στην ατελεύτητη φάλαγγα των λυρικών που έχουν για μας τούτο το κοινό μεταξύ τους: ότι στάθηκαν ξένοι προς τα ποιητικά ινδάλματα της νέας καλλιτεχνικής ψυχής.

Έτσι έχουμε αντίκρυ μας δυο λυρικές επικράτειες που τις χωρίζει βαθύ χαντάκι. Απ’ εκεί ο λυρισμός των προγόνων με όλες τις κατά τόπους και καιρούς παραλλαγές του, από τα πρώτα του ψελλίσματα ως την ωραίαν άνθηση της ώριμης ηλικίας, ο χθεσινός, ο προχθεσινός και ο προαιώνιος, κι απ’ εδώ ο λυρισμός ο αποστάτης που ξεφύτρωσε κατά τα μέσα του περασμένου αιώνα κι έριξε πέτρα πίσω του για να μας φέρει σιγά σιγά ως το ανατρεπτικόν κίνημα των υπερρεαλιστών.

 

(Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1953)

Αρέσει σε %d bloggers: