ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΟΜΠΟΤΗΣ (Νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει)

ΝΕΚΡΟΙ ΠΟΥ Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΙΣ ΤΟΥΣ ΛΕΙΠΕΙ 1

 

―Γεράσιμος Ρομποτής―

 

μνήμη Κώστα Στεργιόπουλου

και Βύρωνα Λεοντάρη

 

Ο Κώστας Καρυωτάκης

Το 1963 είναι ένα έτος-ορόσημο για τη νεοελληνική ποίηση, καθώς αυτή τιμάται με το πρώτο της βραβείο Nobel, στο πρόσωπο του Γιώργου Σεφέρη. Την ίδια περίπου εποχή, νέοι κριτικοί και φιλόλογοι προσεγγίζουν εκ νέου, μετά από πολλά χρόνια, το ποιητικό έργο του Κ.Γ. Καρυωτάκη2, προβαίνοντας στην επανεκτίμησή του· κι αυτό το γεγονός δε μοιάζει τυχαίο. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ένας από τους στενούς φίλους του Σεφέρη, σε μια μελέτη του για τον ποιητή, το 1962,3 παραδέχεται πρώτος την προδρομική αξία του ποιητικού διαβήματος του Καρυωτάκη, με τη συλλογή του Ελεγεία και Σάτιρες (1927). Σύμφωνα με τον Λορεντζάτο, τα ποιήματα αυτά «δείχνουν το ακραίο σημείο της διάλυσης στην κανονική προσωδία, δείχνουν […] πως […] δεν αντέχει πια η προσωδία με τις κανονισμένες μορφές και τα πλαίσια». Ο Καρυωτάκης καθίσταται, έτσι, «ο πορθμός ή ο δίαυλος. Χωρίζει και ενώνει. Η περίπτωσή του πέφτει ακριβώς απάνω στο κεντρικό σημείο της έντασης, εκεί που το σκοινί αρχίζει και τινάζει ένα-ένα τα κλωνιά του ώσπου να σπάση»· ενώ, οχτώ περίπου χρόνια αργότερα, έρχεται «η απάντηση του Σεφέρη με το Μυθιστόρημα»4. Αλλά και ο νέος τότε φιλόλογος Παναγιώτης Μουλλάς, σ’ ένα κείμενό του για το ποιητικό έργο του Σεφέρη, δημοσιευμένο στο περιοδικό Εποχές τον Δεκέμβριο του 1963 –αμέσως μετά τη βράβευσή του Σεφέρη με το βραβείο Nobel– διαπιστώνει μια ενεργό σχέση ανάμεσα στο έργο των δύο ποιητών:

«Αν η “Στροφή” είναι, ανάμεσα στα άλλα, μια αντίδραση στην ποιητική γλώσσα του Καρυωτάκη, αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο ποιητής της είναι ολότελα άσχετος προς τους όρους που είχαν εκθρέψει τον καρυωτακισμό. Μάλιστα, κάποτε ο Σεφέρης δεν μοιάζει παρά να αντιστρέφει το νόμισμα του Καρυωτάκη: η κραυγαλέα τραγωδία γίνεται χαμηλόφωνη ή σιωπηλή, ο καγχασμός κι η ανελέητη σάτιρα γίνονται ανεπαίσθητος σατιρικός τόνος· έτσι ή αλλιώς όμως, εκείνο που παραμένει είναι η τραγωδία και η σάτιρα, ένα κοινό μερίδιο δηλητηριασμένου αίματος»5.

Στο ίδιο περιοδικό, αναγγέλλεται, ένα χρόνο αργότερα τον Δεκέμβριο του 1964, η «νέα και ολοκληρωμένη έκδοση των Απάντων του Καρυωτάκη», με τη φιλολογική επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη, ενός επίσης στενού φίλου του Γιώργου Σεφέρη.6 Πράγματι, εντός του 1965 εκδίδεται ο πρώτος τόμος των Απάντων των Ευρισκομένων του ποιητή, όπου περιέχονται οι τρεις συλλογές που εξέδωσε όσο ζούσε, ενώ το 1966 εκδίδεται ο δεύτερος τόμος με τα τελευταία του κείμενα, τα παραλειπόμενα ποιήματα και πεζά του, σημειώσεις και ένα σχεδίασμα χρονολογίας. Μετά την εξάντληση των αντιτύπων αυτής της έκδοσης,7 ο Γ.Π. Σαββίδης σχεδιάζει, με τη σύμφωνη γνώμη των κληρονόμων του ποιητή, ένα πιο συνοπτικό και εύχρηστο βιβλίο με τα ποιήματα και τα πεζά του Καρυωτάκη, το οποίο εκδίδεται το 1972,8 με ένα εισαγωγικό κείμενο του ίδιου που έχει τίτλο «Ο Καρυωτάκης ανάμεσά μας ή Τι απέγινε εκείνο το μακρύ ποδάρι;» Σε αυτό, ο Σαββίδης διερευνά «τη βαθύτερη –συνεπώς, λιγότερο φανερή– επίδραση που ενδέχεται να άσκησεν ο Καρυωτάκης πάνω σε ισχυρές –επομένως ριζικά διάφορες– ποιητικές ιδιοσυγκρασίες που εμφανίστηκαν σχεδόν αμέσως ύστερα από αυτόν», για να καταλήξει στο συμπέρασμα «πως ο Καρυωτάκης δεν άφησε ανεπηρέαστους, θετικά τον Ρίτσο και τον Σεφέρη, αρνητικά δε πάντως τον Ελύτη – άρα, ότι όσοι ποιητές μας επηρεάστηκαν […] από τούτους τους τρεις ποιητές, τουλάχιστον υπέστησαν την έμμεσην επίδραση του Καρυωτάκη».9

Εν τω μεταξύ, η βιβλιογραφία και η αρθρογραφία για το ποιητικό έργο του Καρυωτάκη εμπλουτίζεται ολοένα. Το 1965, ο φιλόλογος και ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς Γιάννης Δάλλας δημοσιεύει ένα κείμενο στο περιοδικό των Ιωαννίνων Ενδοχώρα με τον εύγλωττο τίτλο «Η διάρκεια του Καρυωτάκη, μια επανεκτίμηση»,10 ενώ στις 18 Ιανουαρίου 1967, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση των Απάντων των Ευρισκομένων του ποιητή, ο Άγγελος Τερζάκης γράφει μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα Το Βήμα, η οποία δεν έχει τόσο τον χαρακτήρα μιας βιβλιοκριτικής, όσο εκείνον της καθυστερημένης απολογίας μιας γενιάς· της συκοφαντημένης –κατά τον συγγραφέα– γενιάς του ποιητή και των επιγόνων του.11 Το κείμενο, γραμμένο σε υψηλούς τόνους, εμφορείται από μια ασυνήθιστη, για τον Τερζάκη, συναισθηματική φόρτιση:

 

Δεν ξέρω ως ποιο βαθμό παίζουν το ρόλο τους οι ιστορικοί παράγοντες, […] δεν μ’ αρέσει να τους υπερτιμώ. Πιστεύω πως όχι κάθε γενιά –όπως συχνά λέγεται– αλλά κάθε συνομοταξία ανθρώπων έρχεται κάτω από ένα δικό της αστέρι στη ζωή, στρατεύεται κάτω από το σημείο του. Όσοι πίστεψαν, αργότερα, πως η απαισιοδοξία μας, ο «ρομαντισμός» μας, είταν πόζες ή απομιμήσεις, δεν αδικούν εμάς, αδικούν τον εαυτό τους: Αυτοκαταγγέλλονται ως ηθικά αδιαπέραστοι. Η νεολαία εκείνη που θερίστηκε γύρω μου τότε, που την ήπιε σα σταγόνα νερό ένας θανάσιμος ήλιος, η επαρχία, η φτώχια, η καταδίωξη, η εξορία, η αρρώστια, η αστοχία, η προδοσία των άλλων, είχε ένα δράμα εσωτερικό· και το δράμα είναι το μόνο που καταξιώνει τον άνθρωπο ηθικά, τον κάνει αξιοσέβαστο. […] Μακάριοι είταν αυτοί που ήρθαν εκεί στα 1930 ν’ αντικρούσουν, να διασύρουν με την εύκολη κριτική τους, τη δική μας αρητόρευτη κοσμοθεωρία. Έρχονταν πίσω με τα καράβια του εξωτερικού, στιλβωμένοι, ατσαλάκωτοι, και ήταν μεγαλοαστοί: Δεν είχαν ποτέ τους αντικρύσει κανένα βιοτικό πρόβλημα· είχαν φιλοδοξίες, αξιώσεις, χωρίς να έχουν θητεία. Μας κατηγόρησαν για επαρχιακή μεμψιμοιρία και πεισιθάνατη κατήφεια επειδή είταν ανύποπτοι κι’ επειδή όλα τους έταζαν πως θα περάσουν τη ζωή τους αβρόχοις ποσί. […] Έφερναν μιαν αισιοδοξία διατεταγμένη, μιαν ιδεολογία ανέξοδη, έναν εθνικισμό γεμάτον τουριστική γραφικότητα. Σ’ εμάς, που ξενυχτούσαμε […] με στίχους του Καρυωτάκη στα χείλη μας, η εμφάνιση αυτή έκανε εντύπωση βλάσφημη. Αλλά την ιστορία τη γράφουν οι νικητές, και νικητές είναι οι επιζώντες. Ποιος είχε περισσότερες πιθανότητες να επιζήσει: οι ταλαιπωρημένοι ή οι ανέπαφοι;12

Σ’ αυτήν την οξεία, αλλά ειλικρινή μαρτυρία,13 υποφώσκει, πίσω από τις γραμμές, ένα αίσθημα δικαιοσύνης για τους λησμονημένους ποιητές του μεσοπολέμου· και αυτή η δικαιοσύνη αποδίδεται κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Ο Κώστας Στεργιόπουλος, νεοελληνιστής και ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, εκπονεί τη διδακτορική διατριβή του με θέμα Οι επιδράσεις στο έργο του Καρυωτάκη, στην οποία, ύστερα από ενδελεχή έρευνα, συμπεραίνει πως ο Καρυωτάκης διαθέτει «δική του ποιητική γλώσσα και δικό του ήχο […] κι’ οι ξένοι ήχοι αφομοιώνονται και χάνονται μέσα στο έργο του»· ενώ, «η ένταση της απελπισίας του, η αντίθεση με την κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του κι’ η ακάθεκτη προώθησή του προς τα έσχατα όρια και τον αφηρημένο χώρο της ανυπαρξίας […] αποτελούν γνωρίσματα τόσο προσωπικά, ώστε να μη μπορεί να ταυτιστεί με κανέναν άλλο».14 Τέλος, το 1973, ο κριτικός και ποιητής Βύρων Λεοντάρης δημοσιεύει το δοκίμιό του με τίτλο «Θέσεις για τον Καρυωτάκη»,15 ίσως το πιο δραστικό κείμενο που έχει γραφεί για τον ποιητή, από την εποχή του γνωστού δοκιμίου του Τέλλου Άγρα, το 1935. Σ’ αυτό το αφοριστικό, εν πολλοίς, κείμενο αναδεικνύεται με εμφατικό τρόπο η ανυπολόγιστη προσφορά του Καρυωτάκη στην υπόθεση του νεώτερου ποιητικού λόγου:

 

Η ποίηση του Καρυωτάκη αποτελεί την έκφραση και κριτική του κοινωνικού είναι της νεώτερης ποίησης. Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και […] άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την «κοινωνική σημασία» της ποίησης και του «κοινωνικού ρόλου» του ποιητή.16

 

Την ίδια εποχή –της επανεκτίμησης του έργου του Καρυωτάκη και των συνοδοιπόρων του, του μεσοπολέμου– εμφανίζεται η τρίτη μεταπολεμική γενιά, η λεγόμενη «γενιά του ’70». Οι εκπρόσωποί της απολαμβάνουν ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και διαθέτουν σαφώς περισσότερες ευκαιρίες από τους παλαιότερούς τους ποιητές, για μόρφωση και  σταδιοδρομία· ωστόσο, «το στοιχείο που […] διέπει και χαρακτηρίζει την πρώιμη ποιητική παραγωγή [τους] είναι το στοιχείο της άρνησης».17 Επιπλέον, παρά την έντονη αρνητική τους στάση απέναντι στις κυρίαρχες αξίες και τον αντικομφορμισμό των πρώτων τους συλλογών, είναι στην πλειονότητά τους άστεγοι ιδεολογικά, κι έτσι πολλά από τα γνωρίσματα της ως τότε μεταπολεμικής ποίησης, χωρίς να εκλείπουν εντελώς, σταδιακά υποχωρούν. Οι ποιητές αυτοί, λοιπόν, γνωρίζουν και αισθάνονται εγγύτερα προς το έργο του Καρυωτάκη, καθώς το προσλαμβάνουν ως «σήμα ψυχικής δυσθυμίας, κοινωνικής διαμαρτυρίας […] και έκφρασης του ποιητικού αδιεξόδου»18· ενώ, συνδυάζουν στην ποίησή τους τον ακατέργαστο προφορικό λόγο, την πρωτοτυπία των εικόνων και τη συνειρμική έκφραση αφενός, και την αυθάδεια της σάτιρας, του σαρκασμού και του κλαυσίγελου αφετέρου. Ο Γιάννης Κοντός (1943-2015), για παράδειγμα, ίσως ο πιο γνωστός ποιητής αυτής της γενιάς, υπάλληλος σε εκδοτικό οίκο για τριάντα τουλάχιστον χρόνια, είναι «ένας άνθρωπος της συνήθειας»19· η ποίησή του αποτελεί «ένα σύμπαν αστικό, κλειστό, περιορισμένο στις στενοχώριες και στα άγχη της καθημερινότητας, χωρίς πολλές εξάρσεις, με χιούμορ που είναι καταλύτης κάθε φοβίας ή ανασφάλειας και που συχνά γλυτώνει ένα ποίημα από το αδιέξοδο».20 Είναι μια ποίηση της μεγάλης πόλης και των «ανώνυμων μοναχικών» κατοίκων της:21

 

Το στενό χολ με τα στοιβαγμένα ντοσιέ,

τη σκόνη, απέναντι τουαλέτα.

Τους τέσσερις τοίχους τους έχει εξημερώσει

και κάθε πρωί του κουνάνε την ουρά.

Τα συνήθισε όλα και το νέο χρηματοκιβώτιο

με τη μνήμη (άκου μνήμη) να γνωρίζει

ποιο χέρι μπαίνει μέσα και πόσα παίρνει.

Τους αριθμούς, αυτά τα μυρμήγκια

να τρώνε το γραφείο, μέχρι να στρίψει το κεφάλι.

Στο φλιτζάνι οι ξεροί καφέδες δείχνουν

το μέλλον (για το οποίο καλύτερα να μη μιλάμε).

Τα χρήματα, ούτε που τα καταλαβαίνει,

έτσι μακρόστενα και γκρίζα σαν φεγγάρια.

Φεύγει αργά (τελευταίος), μασώντας το μολύβι του

και δεν σκέπτεται τίποτα.22

 

Απέναντι, λοιπόν, στο σύγχρονο τεχνοκρατικό κόσμο με τα τερατώδη επιτεύγματά του, ο ποιητής, συνήθως υπάλληλος, καθημαγμένος από την άχαρη, επαναλαμβανόμενη  καθημερινότητα του βίου, προσφεύγει κάποτε στον φανταστικό κόσμο, στο υπερφυσικό γεγονός, στην αναβίωση της αρχέγονης κραυγής· όπως στο έργο ενός από τους πιο σημαντικούς ποιητές αυτής της γενιάς, του Γιάννη Πατίλη, στο οποίο «όσο πιο ακραία είναι μια κατάσταση, τόσο πιο έντονα ανακαλεί την αντίθεσή της»23:

 

Είναι ο Κινγκ-Κονγκ προστάτης των δημοσίων υπαλλήλων.

Όταν βλέπει ο υπάλληλος το τερατώδες σώμα του

να ξεπροβάλλει πίσω από τα κτίρια

καταλαμβάνεται από κρυφή ταραχή.

Σηκώνεται αμήχανος ξύνοντας τάχα το μολύβι του.

Ή ψάχνει τα συρτάρια – τάχα αδιάφορος

ρίχνοντας τρυφερές ματιές προς το παράθυρο.

Έχει και η κρατική μηχανή κάτι το απειλητικό και υπερμέγεθες·

της λείπει όμως η τερατώδης ορμή του υπερφυσικού.

Όταν ο υπάλληλος απεργεί ή κάνει έρωτα

είναι η κραυγή του Κινγκ-Κονγκ που του σκίζει τα στήθη.24

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. «Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο», βλ. Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1980, σελ. 98.

2. Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Αργυρίου, τη μεταπολεμική περίοδο «η απουσία των ποιητικών συλλογών και των Απάντων του […] μας επιτρέπει […] να δεχθούμε ότι ο Καρυωτάκης διαβάζεται πλημμελώς μέσω των ανθολογιών», ενώ παράλληλα σημειώνεται μια αισθητή μείωση των κριτικών μελετών γι’ αυτόν (βλ. το κείμενο του Αλέξανδρου Αργυρίου «Καρυωτακισμός: ένα φαινόμενο μέσα και έξω από τη λογοτεχνία», στο βιβλίο του Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ανοιχτά προβλήματα της ποίησης και της ζωής του, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σελ. 135-136).

3. Η μελέτη του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον Σεφέρη, του 1962, έχει τίτλο «Το χαμένο κέντρο», ενώ στις Μελέτες του, του 1966, περιλαμβάνεται με τον τίτλο «Σεφέρης» (βλ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Σεφέρης», Μελέτες, Εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1966, σελ. 89-160).

4. Στο ίδιο, σελ. 102.

5. Βλ. Παναγιώτης Μουλλάς, «Σημειώσεις πάνω στον Σεφέρη», περιοδικό Εποχές, τεύχος 8, Δεκέμβριος 1963, σελ. 12. Ας σημειωθεί ότι το περιοδικό αυτό, το οποίο εξέδιδε ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη από το 1963 έως το 1967, είχε ως διευθυντή τον Άγγελο Τερζάκη και ως συμβούλους έκδοσης τους Γιώργο Σεφέρη, Κ.Θ. Δημαρά και Γιώργο Θεοτοκά.

6. Βλ. περιοδικό Εποχές, τεύχος 20, Δεκέμβριος 1964, σελ. 88.

7. «Η ακριβή και αυστηρά φιλολογική εκείνη έκδοση, τυπωμένη σε 3000 αντίτυπα από ερασιτέχνες εκδότες, εξαντλήθηκε σχεδόν μέσα σε μια πενταετία», διευκρινίζει σχετικά ο Γ.Π. Σαββίδης, στην εισαγωγή του τόμου Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, ό.π., σελ. κς’.

8. Πρόκειται για το βιβλίο Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, το οποίο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ερμής το 1972, και από τότε επανεκδόθηκε και ανατυπώθηκε πολλές φορές.

9. Βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Ο Καρυωτάκης ανάμεσά μας ή Τι απέγινε εκείνο το μακρύ ποδάρι;», ό.π., σελ. κα’ και ξ’-ξα’, αντίστοιχα.

10. Βλ. περιοδικό Ενδοχώρα, τεύχος 34-35, ΣΤ’ (1965)· τώρα στο βιβλίο του Γιάννη Δάλλα, Πλάγιος Λόγος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989, σελ. 83-97.

11. Βλ. την επιφυλλίδα του Άγγελου Τερζάκη, με τίτλο «Η Ανώνυμη Ιστορία» στην εφημερίδα Το Βήμα, 18 Ιανουαρίου 1967· τώρα, στο βιβλίο του συγγραφέα Οι απόγονοι του Κάιν, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1991, σελ. 73-78. Ας σημειωθεί πως μια παρεμφερή επιφυλλίδα με αντικείμενο τη μοίρα της ίδιας γενιάς, είχε δημοσιεύσει ο Τερζάκης και με την ευκαιρία της έκδοσης των Απάντων της Μαρίας Πολυδούρη το 1961, με τίτλο «Ο ματωμένος λυρισμός», πάλι στην εφημερίδα Το Βήμα· τώρα στο βιβλίο του συγγραφέα Προσανατολισμός στον αιώνα, Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1963, σελ. 191-195.

12. Βλ. Άγγελου Τερζάκη, «Η Ανώνυμη Ιστορία», ό.π., σελ. 76-78.

13. Γράφει ο Γ. Π. Σαββίδης, για την κατάθεση αυτή του Τερζάκη: «Μαρτυρία παθιασμένη ασφαλώς, αλλά με ένα πάθος που εγγυάται την ειλικρίνειά της […]. Μαρτυρία, αρκετά νηφάλια, ωστόσο, αφού διακρίνει ένα χάσμα, όχι ανάμεσα σε πλασματικές γενιές (που αντίθετα διατέμνονται από αυτό) ούτε ανάμεσα σε μηχανιστικές τάξεις, παρά σε συνομοταξίες ή ομάδες διαφορετικής εμπειρίας: οικονομικής, κοινωνικής, ιστορικής και πολιτισμικής» (βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Ο Καρυωτάκης ανάμεσά μας ή Τι απέγινε εκείνο το μακρύ ποδάρι;», ό.π., σελ. κς’).

14. Βλ. Κώστα Στεργιόπουλου, Οι επιδράσεις στο έργο του Καρυωτάκη, Εκδόσεις Σοκόλης, Αθήνα 1972, σελ. 230-231. Ο Κώστας Στεργιόπουλος, καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, παρακινημένος από το ίδιο αίσθημα δικαιοσύνης, εξέδωσε επίσης τη μελέτη Ο Τέλλος Άγρας και το πνεύμα της παρακμής (1962), και επιμελήθηκε την έκδοση της ποιητικής συλλογής του Τέλλου Άγρα Τριαντάφυλλα μιανής μέρας (1966) και αργότερα των Κριτικών του, σε τέσσερις τόμους.

15. Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε το 1973 στο περιοδικό Σημειώσεις και περιλαμβάνεται τώρα στο βιβλίο του Βύρωνα Λεοντάρη Δοκίμια για την ποίηση, Εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα 1985, σελ. 14-20, αποτελώντας «μια εύγλωττη μαρτυρία για την “παρουσία” του Καρυωτάκη στη συνείδηση των νεώτερων ποιητών μας» (βλ. τη σημείωση του Γ.Π. Σαββίδη, που προτάσσεται στις «Κρίσεις για τον Καρυωτάκη και το έργο του», στον τόμο Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, ό.π., σελ. 183).

16. Βλ. Βύρων Λεοντάρης «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», ό.π., σελ. 16.

17. Βλ. Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η γενιά του ’70, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 30. Πρόκειται ίσως για την πιο διεισδυτική μελέτη για τη γενιά του ’70, το κοινωνικό και ιστορικό της στίγμα, τους δεσμούς της με την ελληνική ποιητική παράδοση και τα δάνειά της από τους ξένους ποιητές. Η οικονομική μεγέθυνση, με την εξάπλωση των καταναλωτικών αξιών κατά τη δεκαετία του 1960, κυρίως όμως η οδυνηρή εμπειρία της δικτατορίας του 1967, αποτελούν τις κύριες αιτίες γι’ αυτήν την αρνητική στάση της γενιάς του ’70, η οποία, στα πρώτα της βήματα, χαρακτηρίστηκε και ως «γενιά της αμφισβήτησης».

18. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Η αναβίωση του Καρυωτακισμού. Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης και η ποιητική γενιά του 1970», στον τόμο με τα πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου Καρυωτάκης και Καρυωτακισμός, Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1998, σελ. 198. Σ’ αυτό το κείμενο, ο Ευριπίδης Γαραντούδης οδηγεί την διαπίστωση της επιβίωσης του Καρυωτάκη στη νεώτερη ποίηση ως τις ακραίες της συνέπειες, υποστηρίζοντας πως με τη γενιά του ’70 «ο ήδη υπάρχων “μύθος Καρυωτάκη” εντάθηκε και μάλλον παγιώθηκε […], προσλαμβάνοντας νέες, άγνωστες ως χθες διαστάσεις» – και ονομάζει μάλιστα αυτό το φαινόμενο «νέοκαρυωτακισμό».

19. Βλ. το κείμενο του Μένη Κουμανταρέα «Σκίτσο του Γιάννη Κοντού στη γραφομηχανή μου», στο αφιέρωμα του περιοδικού Γραφή στον ποιητή, τχ. 50, Λάρισα 2001, σελ. 48.

20. Στο ίδιο, σελ. 47.

21. Ανωνύμου Μοναχού ονομάζεται μια από τις ποιητικές συλλογές του Γιάννη Κοντού (Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985). Σε μια βιβλιοκρισία του για τη συλλογή αυτή, με τίτλο «Μοναχός στην πόλη», ο Νάσος Βαγενάς γράφει πως «όπως όλοι σχεδόν οι ποιητές που συνθέτουν τη φυσιογνωμία της γενιάς του ’70, ο Κοντός είναι ποιητής της πολυάνθρωπης πόλης» (βλ. Νάσος Βαγενάς, Η εσθήτα της θεάς, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1988, σελ. 170).

22. «Το προφίλ του ταμία», βλ. Γιάννης Κοντός, Δωρεάν σκοτάδι, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 39.

23. Βλ. την προσέγγιση του Γιώργου Μαρκόπουλου στην ποίηση του ομότεχνού του Γιάννη Πατίλη, στο βιβλίο του Εκδρομή στην Άλλη Γλώσσα, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1994, σελ. 108.

24. «Κινγκ-Κονγκ», βλ. Γιάννης Πατίλης, Ταξίδια στην ίδια πόλη, Ποιήματα 1970-1990, Εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1993, σελ. 145.

Advertisements

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: