Ένας Μεγάλος Έρωτας – Έρως-Ήρως

Ένας Μεγάλος Έρωτας – Έρως-Ήρως

―Ελένη Λάππα-Οικονόμου―

 

Ο τίτλος της μελέτης «Έρως-Ήρως», δανεισμένος από το διήγημα του Παπαδιαμάντη, υποδηλώνει τα βασικά χαρακτηριστικά των δυο ποιητών, τον έρωτα και τον ηρωισμό.

Η Μυρτιώτισσα, από τη μια πλευρά, αποτελεί ως ποιήτρια  και ως γυναικεία φύση την ενσάρκωση του έρωτα, μια απόλυτη ταύτιση ζωής και ποίησης. Είναι αυτή, για την οποία ο Παλαμάς, πιστεύοντας πως η ποίησή της είναι απόλυτα «θηλυκόψυχη»,1 την υποδέχεται ως νέα ποιήτρια το 1913 με τους στίχους:

 

«Γεννάς και τραγουδείς και ζεις το στίχο,

λευκή φωλιά του δίνει το χαρτί,

στα χείλη σου αηδονιού την κάνεις ήχο».

 

Ο Μαβίλης, από την άλλη, είναι ο ήρωας που κάθε εθνικό κίνημα τον εύρισκε πρόθυμο για θυσία. «Πατριδολάτρης μετά μανίας»2, όπως τον αποκαλεί η ίδια, πήρε μέρος το 1896 στην επανάσταση της Κρήτης και λαβώθηκε στο χέρι και στο μπράτσο, αργότερα, το 1987, διακρίθηκε για τη γενναιότητά του στα Πέντε Πηγάδια. Τέλος, τον Νοέμβριο του 1912 πολεμώντας εθελοντικά με το σώμα των Γαριβαλδινών στον Δρίσκο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, τραυματίστηκε θανάσιμα. Λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, είπε εκείνο που τον εξέφραζε σε όλη του τη ζωή: «Επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου για την Ελλάδα μου».3

Η σχέση των δύο ποιητών είναι τυλιγμένη στην αχλύ του θρύλου. Θα προσπαθήσουμε, ψηλαφώντας, να ανιχνεύσουμε τον χρόνο και το είδος της, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία του βίου και του έργου της Μυρτιώτισσας, όπως αυτά παρατίθενται σε σχετικά κείμενα του Α. Καραντώνη, της Τατιάνας Σταύρου, του Στάθη Μαρά, καθώς και τη μαρτυρία της ίδιας στο κείμενο «Μαβίλης», που περιλαμβάνεται στα Πεζά της. Η καλύτερη όμως μαρτυρία, αν και παρακινδυνευμένη λόγω της συναισθηματικής της φόρτισης, είναι τα ποιήματά της, συνεπικουρούμενη και από τη σχέση της με τον Παλαμά, που της συμπαραστέκεται στον θρήνο της για την απώλεια του ποιητή. Από την πλευρά του Μαβίλη δεν έχουμε σχετικές ενδείξεις.

«Όλοι θα έχουμε ακούσει κάτι για τον βαθύ δεσμό της ποιήτριας και του αριστοκράτη ποιητή που τον είχε ανέλπιστα κόψει η σφαίρα της μάχης του Δρίσκου. Το πώς είχε στ’ αληθινά μπλεχτεί με τη “μεγαλομάτα” Θεώνη, αν και προχωρημένος στα χρόνια ο Μαβίλης, δεν ήταν μυστικό», γράφει η Τατιάνα Σταύρου και συμπληρώνει πως, παρά την επιθυμία της Μυρτιώτισσας αργότερα να εκδοθούν τα γράμματα του Μαβίλη, που εμπιστεύτηκε σε «κύριο με δημόσια περίοπτη θέση», αυτό δεν πραγματοποιήθηκε και καταλήγει: «Κι έτσι οι μόνοι πραγματικοί μάρτυρες από δυο υπάρξεις τόσο γεμάτες από πόνο, δεσμούς, απογοητεύσεις, δάκρυα, να πεταχτούν σαν χαρτιά άχρηστα».4

Από μαρτυρία της ποιήτριας στο κείμενο «Μαβίλης»5 γνωρίζουμε ότι ο ποιητής της έστειλε δελτάρια, όταν έφυγε με τους Γαριβαλδινούς να πολεμήσει, από τον Βόλο, τον Τύρναβο, τα Γρεβενά, τη Σιάτιστα. Σ’ αυτά σύντομα, ευγενικά και φιλικά, χωρίς κάποιο συναισθηματικό, έστω, υπαινιγμό, την ενημερώνει για τις κινήσεις του στρατεύματος, την υγεία του και τον καιρό, αποκαλώντας την: Κυρία, Αγαπητή Κυρία και Φίλη Κυρία. Να τηρεί άραγε τα προσχήματα της εποχής ή να υποδηλώνει τη δική του στάση; Προφανώς η Σιάτιστα, 6 Νοεμβρίου, ήταν ο τελευταίος σταθμός πριν από τον Δρίσκο (28 Νοεμβρίου) και η τελευταία επικοινωνία με την ποιήτρια.

Το κείμενο «Μαβίλης» αποτελεί ύμνο στον ποιητή, εκφράζοντας θαυμασμό, αγάπη και τρυφερότητα  για τον άνθρωπο και τον Ποιητή. Προφανώς πίσω από την περιγραφή και τους χαρακτηρισμούς λανθάνει ο βαθύτατος έρωτάς της. Σταχυολογούμε μερικούς: τρισαγαπημένος φίλος, απόλυτα καλό πλάσμα, τρυφερός Κορφιάτης, επιβλητική κορμοστασιά, θεϊκό κεφάλι, μια φλόγα όλο το έργο του. Στο ίδιο κείμενο περιγράφει  με ενάργεια  τη σκηνή του αποχαιρετισμού, όταν ντυμένος με την «κόκκινη στολή των Γαριβαλδινών» έφυγε για τον Δρίσκο «ανέκφραστα ευτυχισμένος».

 

* * *

 

Οφείλουμε, όμως, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον  βαθύ, κατά την Σταύρου, δεσμό, να καλύψουμε τα υπάρχοντα κενά με τη μέχρι τότε ζωή τους, τις καταβολές, την ψυχοσύνθεση και την εν γένει «σκευή» τους, καθώς και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, έχοντας υπόψη πως ο ένδοξος θάνατος του ποιητή ζωοποιεί και εξιδανικεύει στη φαντασία της Μυρτιώτισσας τη σχέση τους.

Το 1912 αποτελεί βέβαια το post quem της σχέσης τους,  όσο για το ante quem, οπωσδήποτε είναι μετά το 1904-5, όταν γυρίζει η Μυρτιώτισσα από το Παρίσι με ένα διαζύγιο και με ένα μωρό στην αγκαλιά, τον Γιώργο, τον μετέπειτα διακεκριμένο ηθοποιό Γιώργο Παππά (1903). Όσο για τον χώρο, δεν υπάρχει πιο ιδανικός χώρος από την Αθήνα. Είναι η εποχή του Βενιζέλου, η εποχή του πατριωτισμού και των αλλαγών, της απελευθέρωσης ελληνικών εδαφών, αλλά και των Ευαγγελικών, των Ορεστειακών, που έχουν προηγηθεί, του βασιλικού θεάτρου, του θεάτρου του Χριστομάνου, του Εκπαιδευτικού Ομίλου και η εποχή των μεγάλων ποιητών και συγγραφέων, Παλαμά, Σικελιανού, Καζαντζάκη, Παπαδιαμάντη, Μαλακάση, Πορφύρα, Καρκαβίτσα, Βάρναλη, Ξενόπουλου.

Σ’ αυτόν τον γόνιμο χώρο, «σαν έτοιμοι από καιρό», προσέρχονται στο βωμό του έρωτα η Θεώνη Δρακοπούλου, η μετέπειτα Μυρτιώτισσα, και ο ευπατρίδης  Κερκυραίος, ο Λορέντζος Μαβίλης.

Εκείνη προσέρχεται με μια μυθολογία ήδη γύρω της. Είναι νέα, γεννήθηκε το 1885, είναι ωραία και, όπως γράφει ο Καραντώνης, «με μια σπάνια ομορφιά, αδρά χαρακτηριστικά, ωραία φωνή… εξυπνάδα, μυαλό κοφτερό, φύση πληθωρική από ευαισθησίες, αισθήματα, πάθη, πόθους, είχε κάτι το ατίθασο».6

Εκείνος ώριμος, γεννήθηκε το 1860, ωραίος, ψηλός, ξανθός,   αριστοκράτης στην καταγωγή και στη φύση του, ευγενικός, ήπιος, μορφωμένος, αναγνωρισμένος ήδη ως ο ποιητής των σονέτων, βουλευτής με τον Βενιζέλο το 1910 στην Αναθεωρητική βουλή με τον περίφημο λόγο για τη γλώσσα και το πολύ γνωστό: «Δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, υπάρχουν μόνο χυδαίοι άνθρωποι». Ήταν κιόλας ένας μύθος.

Κουβαλάνε και οι δυο την προσωπική, πολυκύμαντη ιστορία τους.

Εκείνη, η Θεώνη Δρακοπούλου, γεννήθηκε  στο προάστιο Μπεμπέκι της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της ήταν διορισμένος ως διερμηνέας στην ελληνική πρεσβεία. Έξι χρόνια μετά διορίστηκε γενικός πρόξενος στην Κρήτη και έπειτα από δύο χρόνια ήρθε στην Αθήνα. Η μικρή Θεώνη, οκτώ χρονών, παρακολουθεί εσώκλειστη μαθήματα στη σχολή Χιλλ στην Πλάκα. Τα βιώματά της από τη σχολή αναφέρει στο ποίημα: «Εψές τ’αναθυμήθηκα…»  που αναφέρεται σ’ αυτή την περίοδο, θυμίζει το ποίημα «Σελίδα γραπτού» του  Ζ. Πρεβέρ:

 

Να και της Πλάκας το παλιό της Χιλλ σκολειό, σαν κάστρο

που με είχανε κλεισμένη

με παίδευε η δασκάλα μου τι ως φαίνεται δεν ήμουνα

για γράμματα φτιαγμένη.

Τα άλλα παιδιά κοιτάζανε τη δασκάλα κατάματα

και ρούφαγαν τη γνώση

εμένα με ξελόγιαζε κάποιο πουλί που στης αυλής

τη λεύκα είχε σκαλώσει.

 

Αποκαλύπτεται από πολύ νωρίς το χαρακτηριστικό της γνώρισμα: Να είναι ελεύθερη και να καθορίζει τον τρόπο της ζωής της. Δεκαέξι χρονών απήγγειλε στον «Παρνασσό» το ποίημα του Παλαμά για τον Άλκη, «Ξύπνα, Ξύπνα» και για πρώτη φορά έγινε θόρυβος στους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας για την εξαιρετική απαγγελία της. Την εποχή αυτή συνεργάζεται με τη Νέα Σκηνή του Κ. Χρηστομάνου. Ξέρουμε ότι έπαιξε Δεισδαιμόνα, Αντιγόνη και Οφηλία. Η ίδια γράφει:

 

«Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δεν μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά με πάντρεψαν. [Παντρεύτηκε τον μακρινό της εξάδελφο Σπυρίδωνα Παππά, διπλωμάτη, διορισμένο στο Παρίσι]… Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου τον δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά … Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Δεν αγάπησα τον άνδρα μου, με βοήθησε όμως στο Παρίσι να πηγαίνω και να παρακολουθώ μαθήματα στη δραματική Σχολή του Κράτους».7

 

Όταν κατάλαβε πως θα γίνει μητέρα, αντέδρασε έντονα,  δεν ένιωθε τον εαυτό της ικανό να αναλάβει την ευθύνη ενός παιδιού. Μετά τη γέννηση του γιου της, τον οποίο λάτρεψε, το όνειρο του θεάτρου έκλεισε οριστικά. Με τη συγκατάθεση και του πατέρα της που έβλεπε τον αδιέξοδο γάμο της αλλά και τη συναίνεση του άνδρα της, που πικραμένος το δέχτηκε, χώρισε. Έτσι κλείνει ένας κύκλος της ζωής της, που της άφηνε ένα μεγάλο κενό.

Και ήρθε η στιγμή αυτό το κενό να το γεμίσει με ένα μεγάλο έρωτα. «Ήρθε η στιγμή σαν θρίαμβος κι έφυγε σαν αρχαία τραγωδία» γράφει ο Καραντώνης. Όλα, όσα την εκφράζουν και την συγκλονίζουν, οι καλλιτεχνικές της ευαισθησίες, οι ερωτικές ανικανοποίητες στο γάμο της παρορμήσεις, τα «απειθάρχητα ένστικτά της», η υπέρβαση των «πρέπει» της εποχής, η αγάπη της για τη λογοτεχνία που από μικρή διάβαζε και θαύμαζε, διοχετεύτηκαν σε μια προσφορά αγάπης σε ένα πρόσωπο.

Στον Λορέντζο Μαβίλη. Στο πρότυπο του τέλειου άνδρα. Ήταν αυτός που συγκέντρωνε όλα όσα ονειρευόταν. Με αριστοκρατική καταγωγή, μεγάλωσε μέσα στον απαράμιλλο  πνευματικό κόσμο της Κέρκυρας, με τη βαριά κληρονομιά του Σολωμού και με δάσκαλο τον Πολυλά και φίλους τον Μαρκορά, τον Καλοσγούρο, τον Ν. Κογεβίνα, την Ειρήνη Δεντρινού.  Με σπάνια πνευματικά προσόντα από νωρίς επιδόθηκε στη μελέτη του αρχαίου κλασσικού κόσμου, ενώ παράλληλα σπούδασε τις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες: ιταλική, γαλλική, αγγλική, γερμανική, ισπανική. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κέρκυρα και τη μονοετή φοίτησή του στη Φιλολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών σπούδασε Φιλολογία στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε 14 χρόνια, γιατί, κατά τον συμφοιτητή του Ηλία Πανταζόπουλο, «επεδόθη εις την πολυθόρυβον αλλά ποιητικήν ζωήν των φοιτητικών σωματείων… Νόμιζε ότι αντιπροσωπεύει την Ελλάδα και αυτό ήταν η κυριότερη αφορμή του ζήλου του».8 Με επίδραση του Καντ όχι μόνο στα κείμενα αλλά και στη ζωή του, αφοσιώθηκε αυστηρά στην τήρηση του χρέους, ενώ παράλληλα υπέστη επίδραση και από τη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ.

Τότε αρχίζει να γράφει και τα πρώτα του σονέτα. Πολύ αργότερα στην Αθήνα το 1910 ο Βάρναλης θα γράψει: «Τον γνώρισα στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου… εσκέπαζε όλους τους άλλους … – με ήθος και με τη λογοτεχνική του αξία».9 Το 1910 είναι ήδη γνωστός ως ο γενναίος πατριώτης και φυσικά ως ο ποιητής των πολύ γνωστών σονέτων: Ελιά, Καλλιπάτειρα, Λήθη, Κρήτη, Πατρίδα, Excelsior, Μούχρωμα, Καρδάκι και αρκετών ερωτικών: Sansara, «Έρως και θάνατος». Παρόλη τη φιλοπατρία και φυσιολατρία, που εκφράζονται στα ποιήματά του, οι δυο κύριοι άξονες είναι ο έρωτας και, επηρεασμένος από τον Σοπενχάουερ, η πίκρα της ζωής.  Ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματά του είναι η Λήθη. Οι τελευταίοι στίχοι του σαν να στάθηκαν προφητικοί:

 

«τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν

θέλουν μα δεν βολεί να λησμονήσουν».

 

Αυτό συνέβη με τη Μυρτιώτισσα μετά το θάνατό του. Η εικοσιεπτάχρονη ερωτευμένη γυναίκα, που δεν μπορεί να τον λησμονήσει, θα βρει καταφύγιο στη μεγάλη αγάπη του αγαπημένου της, την Ποίηση. Γίνεται και η ίδια ποιήτρια. Η φύση της και ο έρωτάς της την οδηγούν εκεί αμετάκλητα. Ένα από τα πρώτα σπαρακτικά ποιήματά της, με οδυνηρή ανάδυση αναμνήσεων, αδιάψευστη μαρτυρία της σχέσης τους, είναι

«Τα βήματά σου»:

 

Τα βήματά, ω! τα βήματά σου

Τα γνώριμα, τ’ αγαπημένα,

Πόσον καιρό είναι σωπασμένα!

Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,

Τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια,

Έχω διψάσει τα φιλιά σου.

Μα ποια με σφάζουνε μαχαίρια

Σα θυμηθώ τα βήματά σου,

Που ως τ’ άκουγα, με μιας ακέρια

Βρισκόμουν μες στην  αγκαλιά σου…

 

Οι εφιαλτικές μνήμες και η δυστυχία της μετουσιώνονται σε λυρική ποίηση. Ο έρωτας, αισθηματικός και αισθησιακός, άλλοτε χαμηλόφωνος και άλλοτε σπαρακτικός, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ρομαντισμού, αποτυπώνεται στα ποιήματα: «Μηδ’ ό πόνος μου…», «Νεκρέ έρωτά μου», «Πάθος». Στο ποίημα «Τι άλλο καλέ μου»  ζωντανεύει μπροστά της η μορφή του νεκρού αγαπημένου της, ενώ τα τραγούδια του κατακλύζουν την ψυχή της.

 

Τι άλλο καλέ μου, ζητάς από μένα,

και στέκεις θλιμένος μπροστά στη μορφή μου,

αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,

–κι ας είσαι νεκρός– πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα

τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου.

 

Το πιο γνωστό είναι το «Σ’ αγαπώ» που μελοποίησε ο Χατζιδάκις και το συμπεριέλαβε στον Μεγάλο Ερωτικό, αφιερωμένο στην Μυρτιώτισσα αμέσως μετά τον θάνατό της, το 1968.

 

Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ

τίποτ’ άλλο να πω

πιο βαθύ, πιο απλό,

πιο μεγάλο!

 

Αργότερα, ως ώριμη, συνειδητοποιημένη γυναίκα και ποιήτρια, θα περάσει από τον υποκειμενικό χαρακτήρα της ποίησής της σε μια πιο αντικειμενική ματιά, φτάνοντας με το ποίημα VOLUPTAS, ερωτικά και αισθησιακά, στο αντίθετο άκρο.

Μετά την τραγική απώλεια του ποιητή είχε την τύχη να συνδεθεί με θερμή, μακρόχρονη «ψυχική και πνευματική φιλία» με τον Παλαμά, ο οποίος την βοηθούσε και σε τρέχοντα καθημερινά προβλήματα. «Στη σκιά της παλαμικής ποίησης φύτρωσε και μεγάλωσε η ποίησή της σαν αγριοτριανταφυλλιά», γράφει ο Καραντώνης.10 Έκαναν μαζί περιπάτους στον Ιερό Βράχο και ιδιαίτερα στο θέατρο του Διονύσου, όπου η Μυρτιώτισσα ξεσπούσε θρηνώντας τον Μαβίλη. Από αυτές τις συναντήσεις προήλθε η τριλογία του Παλαμά «Διπλομοναξιά»  (Βωμοί 1915).

Εκείνη όμως η σχέση που γέμιζε τη ζωή της ήταν η μεγάλη αγάπη στον γιο της. Με το θάνατό του θα ζήσει για δεύτερη φορά, και ασφαλώς χειρότερη, την απώλεια.

Εξέδωσε τις συλλογές: «Τραγούδια», το 1919, «Κίτρινες Φλόγες», το 1925, και σε δεύτερη έκδοση το 1935, με πρόλογο του Κ. Παλαμά, και αργότερα «Τα δώρα της αγάπης» και «Κραυγές». Μετέφρασε από τα γαλλικά τα ποιήματα της Κοντέσσας Νοάιγ καθώς και την Μήδεια. Στα ποιήματά της τραγουδάει εκτός από τον έρωτα και την αγάπη, τη φύση, την αποδημία, τα όνειρα, τα παιδικά της χρόνια, τη μοναξιά.

Μπορεί η Μυρτιώτισσα να μην ανήκει στη χορεία των μεγάλων ποιητών, αγαπήθηκε όμως πολύ από το ευρύ κοινό. Κατά τον Καραντώνη, με την ποίησή της αναδεικνύεται «σαν μια από τις κορυφαίες και τις πιο αντιπροσωπευτικές Ελληνίδες ποιήτριες». Κατατάσσεται στις ποιήτριες του Μεσοπολέμου μαζί με την Πολυδούρη, την Μελισσάνθη, την Τατιάνα Σταύρου κ.ά.

Έφυγε από τη ζωή «το άγιο καλοκαίρι» του 1968, ακριβώς όπως το ήθελε.

 

«…Θεέ μου! Δος μου δύναμη

λίγο να ζήσω ακόμη,

να ιδώ ξανά την άνοιξη

και τ’ άγιο καλοκαίρι».

 

Την έθαψαν στο Α Νεκροταφείο, δίπλα στον Παλαμά.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Μυρτιώτισσας Άπαντα, Alvin Redman Hellas, εισ.: Α. Καραντώνη, σ. 27.
  2. Μυρτιώτισσας Άπαντα, Alvin Redman Hellas, Πεζά, Μαβίλης, σ. 308.
  3. Λορέντζου Μαβίλη, Άπαντα, εκδ. Π. Οικονόμου, εισ.: Ειρήνη Δεντρινού, σ. 16.
  4. Τατιάνας Σταύρου, Τετράδια Μνήμης, σ. 91.
  5. Μυρτιώτισσας Άπαντα, ό.π. σ. 309-310.
  6. Μυρτιώτισσας Άπαντα, ό.π., σ. 13.
  7. Μυρτιώτισσας Άπαντα, Πεζά, Ο Γ. Παππάς, σ. 323.
  8. Λορέντζου Μαβίλη, Τα Ποιήματα, Ίδρ. Κ. και Ε. Ουράνη, Αθήνα 1990, φιλ. επιμ.: Γιώργος Αλισανδράτος, σ. 14.
  9. Κώστας Βάρναλης, Άνθρωποι: ζωντανοί-αληθινοί, Κέδρος 1959, σ. 66.
  10. Μυρτιώτισσας Άπαντα, εισ.: Α. Καραντώνη, ό π.

 

 

Βιβλιογραφία

 

Λορέντζου Μαβίλη, Άπαντα, Εκδ. Π. Οικονόμου, Αθήναι, Αντί προλόγου, Ειρήνη Δεντρινού με τη συνεργασία του Κ. Θεοτόκη, (Πρώτη έκδοση 1915).

Λορέντζου Μαβίλη, Τα Ποιήματα, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, φιλ. επιμ.: Γιώργος Αλισανδράτος, Αθήνα 1990.

Μαρά Στάθη, Η Γυναίκα, Β, Ελληνίδες Ποιήτριες, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1990.

Μυρτιώτισσας Άπαντα, Alvin Redman Hellas, Έκδ. 1965, Αθήναι, Πρόλογος Τάσου Αθανασιάδη, Εισ. Ανδρέα Καραντώνη.

Σταύρου Τατιάνα, Τετράδια Μνήμης, Ελιά, Αθήνα, 1982.

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: